Δεν χωράει καμιά συζήτηση ότι με σεβασμό οφείλει να μιλάει κανείς για τη Μαρία Καρυστιανού και τις πολιτικές και κομματικές της φιλοδοξίες. Κι αυτό γιατί, από τη μια, έζησε όπως και εκατοντάδες συγγενείς, μια τραγωδία ανείπωτη και κουβαλάει ένα πένθος ασήκωτο. Κι από την άλλη, γιατί μαζί με εκατοντάδες συγγενείς δημιούργησε ένα κίνημα δικαιοσύνης για τα Τέμπη, που άλλαξε πολλά από τα δεδομένα στην κοινωνία και την πολιτική.
Αυτό, ωστόσο, δεν μπορεί να οδηγήσει στη σιωπή για τα κομματικά της σχέδια. Προφανώς και είναι χυδαιότητα η κατηγορία της «εργαλειοποίησης» των νεκρών, την οποία μηρυκάζουν οι αυτουργοί της τραγωδίας των Τεμπών. Αλλά, εξίσου προφανώς, είναι απαράδεκτη η απαίτηση, που ρητά ή υπόρρητα διατυπώνεται από δημοσιογραφικούς και λοιπούς διαφημιστές της «μάνας των Τεμπών» και του πολιτικού της εγχειρήματος, να αποδεχτούμε ως αυταπόδεικτη την ανιδιοτέλεια, την ειλικρίνεια, την ορθότητα όσων δημόσια διακηρύσσει. Να εκλάβουμε δηλαδή το πένθος ως απόδειξη της πολιτικής της αξιοπιστίας.
Τι ανακοίνωσε, λοιπόν στην τελευταία της συνέντευξη, στην οποία κατά πολλούς «άνοιξε τα χαρτιά της»;
- Ενα κόμμα, που θα στηρίζεται στην ανιδιοτέλεια, την αγάπη, τον εθελοντισμό, την ακεραιότητα χαρακτήρα των στελεχών του. Και δεν θα κάνει δεκτό στις γραμμές του κανέναν από το σημερινό πολιτικό σύστημα.
- Μια ιδεολογία, που δεν θα είναι όπως καταλαβαίνουμε ώς τώρα τις ιδεολογίες, καθώς το εγχείρημα θα είναι πάνω από την Αριστερά και τη Δεξιά, πάνω απ’ όλα, όπως είπε.
- Ενα πρόγραμμα βασισμένο στην αγάπη. «Αγαπάμε τις ευπαθείς ομάδες, αγαπάμε τους πάντες, θέλουμε να είμαστε όλοι καλά», Με κεντρική επιδίωξη την κάθαρση και τη δικαιοσύνη.
- Κι έναν ηγέτη, που ο λαός θα εκλέξει, «ακολουθώντας αυτό που λέει το μέσα του».
Ακροθιγώς μίλησε και για την οικονομία, την εμπειρία της που διαψεύδει το success story της κυβέρνησης, την εξωτερική πολιτική. Αποφεύγοντας όμως με μεγάλη επιμέλεια να γίνει έστω και ελάχιστα συγκεκριμένη για το τι πρέπει να γίνει, ποια βήματα, ποιες τομές, ποιες συγκρούσεις, ούτως ώστε να υπάρξει η κάθαρση, η δικαιοσύνη, το μέλλον που περιγράφει. Για την ασυδοσία ας πούμε του πλούτου, το τεράστιο οικονομικό χάσμα ανάμεσα στη μεγάλη πλειονότητα και τους έχοντες, τη διαπλοκή, τα σκανδαλώδη προνόμια μιας ολιγαρχίας που λυμαίνεται το κράτος και τα ταμεία του, δεν είπε λέξη. Και ποιον ανέδειξε ως μόνο αντίπαλο; Το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του. Χωρίς καμιά εξαίρεση.
Θα επεξεργαστούν οι σοφοί τις θέσεις του κόμματος, είπε. Σε ποια κατεύθυνση όμως; Αν έλεγε, ας πούμε, ότι πρέπει να περιορίσουμε τα προνόμια του μεγάλου πλούτου, να θεσπίσουμε δίκαιη φορολογία, να αποκαταστήσουμε σταδιακά την εργασία και το ακρωτηριασμένο εισόδημα των πολλών, αυτό θα έδινε στους σοφούς ένα πλαίσιο. Και σε μας μια ένδειξη για τις προθέσεις της. Αλλά προτιμά τη σιωπή και τις γενικότητες.
Η σιωπή και οι γενικότητες όμως αυτού του είδους, ακόμα κι αν εκληφθούν ως προϊόντα αφέλειας ή ως προσπάθεια να προσελκύσει ένα ετερόκλητο κοινό απογοητευμένων, είναι κακό μαντάτο. Μια επικίνδυνη υπόκλιση στην αντιπολιτική. Ακόμα χειρότερο μαντάτο είναι η μηδενιστική κατεδάφιση όλου του πολιτικού συστήματος, που βάζει όλους τους πολιτικούς, όλα τα κόμματα, στο ίδιο τσουβάλι ιδιοτέλειας και διαφθοράς. Γιατί αυτή ακριβώς η άποψη, που υποτίθεται ότι είναι πάνω από ιδεολογίες, είναι η επιτομή της χειρότερης, της πιο αντιδημοκρατικής, απεχθούς και βίαιης ιδεολογίας, που σήμερα επανέρχεται με αξιώσεις στην Ευρώπη και την Ελλάδα.
Με αυτές τις επιλογές, που αποσαφηνίζονται στη συνέντευξή της, γίνεται νομίζω φανερός και ο λόγος για τον οποίο από όλο το πολιτικό σύστημα, όλους τους πολιτικούς, αρχηγούς και μη, επέλεξε να επιτεθεί με σφοδρότητα στον Αλέξη Τσίπρα. Αγαπάει τους πάντες, αλλά όχι αυτόν. «Ο Τσίπρας έχει υπογράψει το χειρότερο μνημόνιο το οποίο υποθήκευσε το κράτος σαν να είναι δικό του για 100 χρόνια. Δεν είχε ξανά κυβερνήσει και έλεγε θα τα αλλάξω όλα, έδωσε ελπίδα. Μας ανέβασε ψηλά και μετά μας γκρέμισε. Αυτό ήταν το χειρότερο απ’ όλα». Αυτά είναι τα λόγια της και προφανώς δεν χωράει εδώ κανένα πιστοποιητικό αφέλειας και απειρίας. Με όσα είπε είναι λογικό τον Τσίπρα να αντιλαμβάνεται ως αντίπαλο. Και για να γίνουν πιο σαφή τα πράγματα, τι κάνει; Αντιγράφει κατά λέξη τις ομάδες αλήθειας και δολοφονίας χαρακτήρα, που αποτελούν την αιχμή του δόρατος της Δεξιάς και της Ακρας Δεξιάς. Ανασύρει από τα αρχεία τους τις γνωστές χυδαιότητες κατά του Τσίπρα. Υποθήκευσε το κράτος σαν να είναι δικό του. Το χειρότερο απ’ όλα. Ο Τσίπρας!
Μια τέτοια άποψη, καθόλου δεν είναι πάνω από την Αριστερά και τη Δεξιά, όπως η ίδια διατείνεται. Είναι εκεί που είναι, ως αντιγραφή μιας ξεφτισμένης και χυδαίας προπαγάνδας. Και μας δίνει το δικαίωμα να σκεφτούμε ότι επιλέγει με περιτύλιγμα το «θέλουμε να είμαστε όλοι καλά» μια θέση στο πολιτικό σύστημα, που με τόση σφοδρότητα καταδικάζει. Και μάλιστα στην πλευρά του που όταν ακούει δικαιοσύνη και κάθαρση επιστρατεύει τον Αδωνι, τη Λατινοπούλου, τις συκοφαντίες και τα μπάζα. Κρίμα!
(Ο Θανάσης Καρτερός είναι δημοσιογράφος- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την "Εφημερίδα των Συντακτών")




























