Οι τελευταίες ενεργειακές συμφωνίες μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ, με κεντρικό τους στοιχείο τη μετατροπή της χώρας μας σε βασικό διαμετακομιστικό κόμβο του αμερικάνικου φυσικού αερίου, έχουν εντυπωσιακή ομοιότητα με όσα εξελίσσονται στο πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης. Η ενεργειακή διπλωματία και η κυβερνοπολιτική συμφύονται και ακολουθούν το ίδιο μονοπάτι: αυτό της βαθιάς εξάρτησης από τις αμερικάνικες εταιρείες και πολιτικές.
Εξάρτηση 80% στην ενέργεια
Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) αντιμετωπίζει μια σοβαρή και πολυδιάστατη κρίση κυριαρχίας. Η ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία κόπηκε βίαια με τον πόλεμο στην Ουκρανία και την σκόπιμη καταστροφή των βασικών υποδομών μεταφοράς φυσικού αερίου. Μέχρι το 2021, το ρωσικό φυσικό αέριο αντιπροσώπευε περίπου το 50% των εισαγωγών ενέργειας της ΕΕ. Το ποσοστό αυτό έπεσε στο 13% το πρώτο εξάμηνο του 2025. Σταδιακά, και με τις μάχες να μαίνονται στην Ουκρανία, οι εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από τις ΗΠΑ αυξήθηκαν εντυπωσιακά και σχεδόν τετραπλασιάστηκαν από το τέλος του 2021 μέχρι σήμερα, ενώ πλέον, αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ένα τέταρτο των ευρωπαϊκών εισαγωγών φυσικού αερίου.
Από το φετινό καλοκαίρι, η πίεση των ΗΠΑ για αύξηση των εισαγωγών αμερικάνικου υγροποιημένου αερίου έχει ενταθεί σε νέα επίπεδα, με τις σχετικές συμφωνίες να προβλέπουν εισαγωγές – ρεκόρ, πιθανότατα μη ρεαλιστικές για τις ευρωπαϊκές αγορές ενέργειας. Η πίεση των ΗΠΑ ώθησε την Κομισιόν να προτείνει την επίσπευση του τέλους των ρωσικών εισαγωγών κατά ένα έτος (στην αρχή αντί για το τέλος του 2027).
Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της BNP Paribas, βαδίζουμε σε τριπλασιασμό των εισαγωγών ορυκτών καυσίμων από τις ΗΠΑ (πετρέλαιο, φυσικό αέριο και γαιάνθρακας). Ο δηλωμένος στόχος των ΗΠΑ είναι να φτάσουν το 70% των εισαγωγών ενεργειακών πόρων, από το περίπου 20% σήμερα. Αν συνυπολογίσουμε τις πιέσεις της Ουάσινγκτον για να εγκαταλείψει η Ευρώπη και όλες τις υπόλοιπες εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου μέσω του αγωγού Turkstream, το αμερικανικό μερίδιο θα μπορούσε να φτάσει το 80%, ένα ποσοστό δραματικής ενεργειακής εξάρτησης που μετατρέπει την ΕΕ σε ενεργειακή αποικία των ΗΠΑ.
Το τίμημα της ελευθερίας
Η απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο και η απεξάρτηση από τα κινέζικα λογισμικά και εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης ακολουθούν το ίδιο ακριβώς σενάριο. Το μυστικό δεν είναι απλώς να προσφέρεις μια λύση. Το μυστικό είναι να δημιουργήσεις την κρίση που θα κάνει τη λύση σου μονόδρομο, όπως ακριβώς έγινε με το φυσικό αέριο.
Στην τεχνητή νοημοσύνη, το σενάριο επαναλαμβάνεται με εντυπωσιακή ακρίβεια. Πρώτα, η κρίση: η Huawei «κατασκοπεύει», το TikTok «απειλεί την εθνική ασφάλεια», τα κινεζικά τσιπ είναι «επικίνδυνα». Ακολουθούν οι έλεγχοι εξαγωγών, κάτι αντίστοιχο με την πολιτική ελέγχου των θαλάσσιων οδών μέσω των κανονιοφόρων. Η ASML, η ολλανδική εταιρεία που κατασκευάζει τις μοναδικές στον κόσμο λιθογραφικές μηχανές για προηγμένα τσιπ, ουσιαστικά διατάχθηκε από τις ΗΠΑ να σταματήσει την εξυπηρέτηση πελατών από την Κίνα. Σε αντίθετη περίπτωση, το αμερικανικό λογισμικό που κρατά ενεργές τις συσκευές της θα σταματούσε απλά να λειτουργεί, μετατρέποντας την εταιρεία σε αδειανό πουκάμισο. Το 2025 η ASML αναμένεται να δει κατάρρευση των εσόδων της από την Κίνα κατά 48%.
Με «δική της» πρωτοβουλία, η ολλανδική κυβέρνηση πήρε τον έλεγχο της Nexperia, κινέζικης εταιρείας που κατασκευάζει τσιπ που δραστηριοποιείται στην Ολλανδία από το 2019, επικαλούμενη «σοβαρά προβλήματα διακυβέρνησης». Το δικαστήριο διόρισε νέο διευθυντή μη-κινεζικής καταγωγής και η διοίκηση πέρασε σε ανεξάρτητο φορέα. Η Nexperia προειδοποίησε ότι δεν μπορούσε πια να εγγυηθεί την παραγωγή μικροεπεξεργαστών, δημιουργώντας σοβαρούς κραδασμούς στην γερμανική βιομηχανία αυτοκινήτων που πλέον, αναγκαστικά, πρέπει να ψάξει προμηθευτές από τις ΗΠΑ, προφανώς με αυξημένο κόστος, χωρίς εναλλακτικές.
Είναι αυτό που λέμε «το τίμημα της ελευθερίας», το οποίο πληρώνουμε και στο φυσικό αέριο. Η απεξάρτηση από τη Ρωσία μετατράπηκε σε βαθιά εξάρτηση από τις ΗΠΑ με ένα σαφές αποτέλεσμα: την εκτόξευση των τιμών. Τον Σεπτέμβριο του 2021, το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο κόστιζε 50 ευρώ ανά MWh. Ενάμιση χρόνο αργότερα, το Φεβρουάριο 2022, η τιμή ανέβηκε στα 300 ευρώ ανά MWh. Σήμερα, παραμένει σε διπλάσια ή τριπλάσια επίπεδα σε σχέση με τα προ-κρίσης επίπεδα. Το αμερικανικό LNG που έρχεται με μεγάλα τάνκερ είναι σημαντικά ακριβότερο από το ρωσικό αέριο που ερχόταν διαμέσου αγωγών. Τη λυπητερή πληρώνουν τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά και η ευρωπαϊκή βιομηχανία, ιδιαίτερα η ενεργοβόρα. Ένα μέρος της τελευταίας ετοιμάζεται να μετακομίσει στις ΗΠΑ όπου η ενέργεια είναι φθηνότερη. Η ΕΕ δεν πληρώνει απλώς πιο ακριβά την ενέργεια, αλλά τροφοδοτεί τη βιωσιμότητα της Wall Street. Πρόκειται για μία σοβαρή αναδιανομή του πλούτου μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ, με τα κόστη για την ΕΕ και τα οφέλη για τις ΗΠΑ και τις αμερικάνικες πολυεθνικές.
Εξάρτηση 100% στην τεχνητή νοημοσύνη
Σε πρόσφατο άρθρο του ο Evgeny Morozov, περιγράφει ένα μοτίβο τριών πράξεων που ξεκίνησε τον 20ό αιώνα και συνεχίζεται σήμερα. Η πρώτη πράξη αφορούσε τη «διπλωματία του δολαρίου» και εστιάστηκε κυρίως στη Λατινική Αμερική, όταν αμερικάνικες εταιρείες χειρίζονταν τα τελωνεία πολλών χωρών, συλλέγοντας τα έσοδα στη Νέα Υόρκη και στέλνοντας στρατιώτες όταν οι τοπικές κυβερνήσεις έφερναν αντιρρήσεις. Η δεύτερη πράξη ξεκίνησε το 1974, όταν ο Κίσινγκερ ταξίδεψε στο Ριάντ με στόχο να επιβάλλει τη διεξαγωγή όλων των συναλλαγών πετρελαίου σε δολάρια (πετροδολάρια) και, ταυτόχρονα, την επένδυση των κερδών της βιομηχανίας πετρελαίου σε αμερικάνικα ομόλογα. Η τρίτη πράξη γράφεται σήμερα, και η κλίμακα και η ταχύτητα υλοποίησης της ξεπερνά όλες τις προηγούμενες φάσεις. Το εμπόρευμα δεν είναι πια μπανάνες ή βαρέλια πετρελαίου, αλλά η ακατέργαστη υπολογιστική ισχύς.
Πρόσφατα ο Μακρόν παρουσίασε τη στρατηγική του για την τεχνητή νοημοσύνη, ένα πλάνο επενδύσεων 109 δις ευρώ με στόχο έναν σημαντικό ρόλο της Γαλλίας στις αγορές και μία «εθνική κυριαρχία και έλεγχο» στην εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης. Ωστόσο όλες οι εταιρείες που συμμετέχουν (Iliad, Orange, Thales) βασίζουν τη λειτουργία τους στα τσιπάκια της Nvidia, της αμερικανικής εταιρείας που σχεδόν μονοπωλεί τον τομέα. Το ίδιο ισχύει και για το σχεδιασμό του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γερμανίας (αθροιστικά αγγίζουν τα 250 δις ευρώ) και το σενάριο επαναλαμβάνεται από τη Μέση Ανατολή μέχρι τη ΝΑ Ασία. Ο CEO της Nvidia, Jensen Huang κυκλοφορεί σε όλο τον κόσμο προωθώντας το ίδιο μήνυμα: αγοράστε τα πλέον εξελιγμένα τσιπάκια της Nvidia και αποκτήστε τον έλεγχο της παραγωγής τεχνητής νοημοσύνης, για να μην είσαστε εξαρτημένοι από εργαλεία τύπου ChatGPT. Ο Morozov εξηγεί ότι το μήνυμα είναι αρχικά ελκυστικό. Αγοράζοντας τσιπάκια από τη Nvidia οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν, θεωρητικά, να δημιουργήσουν δικά τους εργαλεία και να απεξαρτηθούν από τα έτοιμα εργαλεία και τη στρατηγική κυριαρχίας των OpenAI και Microsoft , οι οποίες προσπαθούν να μονοπωλήσουν τις κυβερνητικές εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης.
Ωστόσο, μερικές λεπτομέρειες μένουν στο παρασκήνιο και δεν επικοινωνούνται. H Nvidia σχεδιάζει να επενδύσει 100 δισ. δολάρια στην OpenAI, από την οποία θα απεξαρτηθούν οι κυβερνήσεις αγοράζοντας τα τσιπάκια της Nvidia. Για κάθε 10 δισ. που επενδύει η Nvidia στην OpenAI, κερδίζει 35 δισ. σε πωλήσεις τσιπ. Ας σημειώσουμε δε ότι η Nvidia δε πουλά καν τα τσιπ – τα μισθώνει. Από την άλλη, η OpenAI προχωράει σε συμφωνίες ανάπτυξης υποδομών (data centers και ενεργειακές υποδομές) αξίας τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Το μεγαλύτερο μέρος των σχετικών δαπανών θα επιστρέψει σε εταιρείες όπως η Nvidia και η (σαφώς μικρότερη αλλά σημαντική) AMD, στην οποία πρόσφατα η OpenAI απέκτησε σημαντικό μερίδιο.
Επιπλέον αυτό που μεθοδικά αποκρύβεται είναι ότι αγοράζοντας τσιπάκια της Nvidia, αγοράζεις πακέτο το αμερικανικό λογισμικό, τους αμερικανικούς κανόνες εξαγωγής και αυτόματα το αμερικάνικο νομικό σύστημα επίλυσης όλων των διαφορών. Η νομοθετική ρύθμιση CLOUD Act εξασφαλίζει ότι ακόμη και τα δεδομένα που αποθηκεύονται στο εξωτερικό μπορούν να μεταφερθούν, για λόγους εθνικού συμφέροντος φυσικά, στις ΗΠΑ να το αιτηθεί η αμερικάνικη κυβέρνηση. Ο νόμος Chip Security Act, που προτάθηκε φέτος, θα καταστήσει υποχρεωτική την ενσωμάτωση συστημάτων παρακολούθησης θέσης στα τσιπ Nvidia, θα κάνει δηλαδή ακριβώς αυτό που οι ΗΠΑ κατηγορούν ότι κάνει η Huawei και η κινέζικη κυβέρνηση.
Φαίνεται λοιπόν ότι το να αγοράζεις αμερικάνικα τσιπάκια και λογισμικά για να αποκτήσεις «εθνική κυριαρχία» στην τεχνητή νοημοσύνη είναι αντίστοιχο με το πληρώνεις από την τσέπη σου τις νέες ακριβότερες αλυσίδες με τις οποίες προτιμάς να σε δέσουν.
Το υπαρξιακό ερώτημα
Οι ομοιότητες μεταξύ της διπλωματίας του φυσικού αερίου και της διπλωματίας της τεχνητής νοημοσύνης είναι εντυπωσιακές. Ξεκινάμε με τη δημιουργία μίας κρίσης που δημιουργεί το έδαφος για να αποκλείσουμε τους ανταγωνιστές (Ρωσία στο φυσικό αέριο, Κίνα στην τεχνητή νοημοσύνη). Συνεχίζουμε με τη δημιουργία βαθιάς εξάρτησης από το LNG του Τέξας, και από τα αμερικάνικα τσιπάκια της Silicon Valley. Το τρίτο βήμα είναι ο έλεγχος των τιμών, ο οποίος είναι πλέον εύκολη υπόθεση για τον Αμερικανό προμηθευτή διότι δεν υπάρχουν διαθέσιμες εναλλακτικές. Και το πακέτο ολοκληρώνεται με τη μετατροπή της εξάρτησης σε μόνιμο και κομβικό δομικό στοιχείο που εντάσσεται οργανικά πλέον σε αγορές και κυβερνητικούς σχεδιασμούς, με συμβόλαια αγοράς και μεταφοράς φυσικού αερίου για δεκαετίες και με data centers και λογισμικά διακυβέρνησης που θα ελέγχουν όλες τις σχετικές δραστηριότητες στο πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης.
Και το πιο εντυπωσιακό; Και στις δύο περιπτώσεις, η ΕΕ, δηλαδή οι ευρωπαίοι πολίτες, πληρώνουν για την υποταγή και μόνιμη εξάρτηση της. Χρηματοδοτούμε από την τσέπη μας τα τερματικά LNG που θα δέχονται το αμερικανικό αέριο. Χρηματοδοτούμε από την τσέπη μας τα data centers που θα γεμίσουν με τσιπ της Nvidia και πληρώνουμε αδρά για αμερικάνικα λογισμικά στην εκπαίδευση και τη διακυβέρνηση.
Και κάπως έτσι φτάνουμε σε ένα πραγματικά υπαρξιακό ερώτημα, για την Ευρωπαϊκή Ένωση και όλες τις χώρες – μέλη της: πόσο πραγματικά αξίζει και τι ακριβώς προσφέρει μία στρατηγική συμμαχία που πλέον διατηρείται μόνο με την άνευ όρων μόνιμη υποταγή; Και για πόσο οι λαοί της Ευρώπης θα αποδέχονται να πληρώνουν «το τίμημα της ελευθερίας» που τελικά είναι «φόρος υποτέλειας»;
(Ο Αντώνης Μαυρόπουλος είναι σύμβουλος κυκλικής οικονομίας και συγγραφέας του βιβλίου «Τεχνητή Νοημοσύνη – Άνθρωπος, Φύση, Μηχανές», εκδόσεις Τόπος)
























