Μόλις τρεις μήνες μετά την κατάργηση του πλαφόν στο μεικτό περιθώριο κέρδους, η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με τον κίνδυνο νέων ανατιμήσεων στα σούπερ μάρκετ, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να προειδοποιεί ότι οι αυξήσεις τιμών είναι περίπου αναπόφευκτες. Η αλλαγή των συνθηκών στην αγορά επαναφέρει τη συζήτηση για την αποτελεσματικότητα της απόφασης που ελήφθη τον περασμένο Ιούλιο, όταν η κυβέρνηση επέλεξε να αποσύρει έναν από τους βασικούς μηχανισμούς περιορισμού των περιθωρίων κέρδους των επιχειρήσεων.
Το πλαφόν στο μεικτό περιθώριο κέρδους έπαψε να ισχύει στις 30 Ιουνίου 2026, έπειτα από διαδοχικές παρατάσεις. Το μέτρο είχε θεσπιστεί για την αντιμετώπιση φαινομένων αισχροκέρδειας σε τρόφιμα, είδη σούπερ μάρκετ, καύσιμα και άλλα βασικά αγαθά, περιορίζοντας τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων στα επίπεδα αναφοράς της 31ης Δεκεμβρίου 2021.
Η απόφαση να μην παραταθεί στηρίχθηκε στην εκτίμηση ότι οι συνθήκες στην αγορά είχαν σταθεροποιηθεί. Ωστόσο, η νέα άνοδος του ενεργειακού κόστους και οι πιέσεις στις τιμές δημιουργούν διαφορετικά δεδομένα, θέτοντας υπό συζήτηση κατά πόσο η απόσυρση του μέτρου ήταν χρονικά κατάλληλη.
«Τις τιμές των σούπερ μάρκετ καταφέραμε και τις κρατήσαμε για κάποιο διάστημα. Φοβάμαι ότι θα έχουμε κάποιες ανατιμήσεις. Είναι περίπου αναπόφευκτο, διότι αυτό επηρεάζει όλη την αλυσίδα αξίας», δήλωσε ο πρωθυπουργός στη συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ, αναγνωρίζοντας ότι οι αυξήσεις στο κόστος παραγωγής και διανομής ενδέχεται να μεταφερθούν στους καταναλωτές.
Μεγάλες αυξήσεις σε ενέργεια, καύσιμα και τρόφιμα
Τα στοιχεία για τον Σεπτέμβριο του 2026 αποτυπώνουν τις σημαντικές πιέσεις που εξακολουθούν να δέχονται οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί. Το φυσικό αέριο εμφανίζει ετήσια αύξηση 55,2%, το πετρέλαιο θέρμανσης 53,2%, το πετρέλαιο κίνησης 38,8% και η βενζίνη 22,5%, ενώ το ηλεκτρικό ρεύμα έχει ακριβύνει κατά 15%. Πρόκειται για ανατιμήσεις που επηρεάζουν άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, αλλά παράλληλα επιβαρύνουν το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι η βενζίνη έχει επίπτωση 1,07 ποσοστιαίων μονάδων στον γενικό δείκτη τιμών καταναλωτή, το πετρέλαιο θέρμανσης 0,81 μονάδων και ο ηλεκτρισμός 0,57 μονάδων.
Στα τρόφιμα, οι μεγαλύτερες αυξήσεις καταγράφονται στο μοσχάρι, με 12,3%, στα αλίπαστα ψάρια, με 11,5%, και στο αρνί και το κατσίκι, με 9,7%. Τα αυγά έχουν ακριβύνει κατά 6,6%, το χοιρινό κατά 4,4% και το ψωμί και τα προϊόντα αρτοποιίας κατά 2%. Την ίδια στιγμή, πάντως, καταγράφονται μειώσεις σε άλλες κατηγορίες, όπως στο ελαιόλαδο κατά 11,9%, στα φρούτα κατά 8% και στο ρύζι κατά 8,2%. Η εικόνα επομένως δεν είναι ενιαία, ωστόσο οι αυξήσεις σε βασικά είδη διατροφής εξακολουθούν να επιβαρύνουν σημαντικά τις καθημερινές αγορές.
Η πίεση επεκτείνεται και σε άλλες ανελαστικές δαπάνες. Τα ενοίκια κατοικιών εμφανίζουν αύξηση 5,9%, οι επισκευές και η συντήρηση κατοικιών 5,3%, ενώ οι τιμές σε εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία και ταχυφαγεία έχουν αυξηθεί κατά 5,7%. Παράλληλα, οι αεροπορικές μεταφορές καταγράφουν ανατίμηση 22% και τα ξενοδοχεία 29,8%, επιβεβαιώνοντας ότι οι πιέσεις στο κόστος ζωής δεν περιορίζονται στα σούπερ μάρκετ.
Επανέρχεται η συζήτηση για τα περιθώρια κέρδους
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά του πρωθυπουργού στην ανάγκη συγκράτησης της επιχειρηματικής κερδοφορίας. «Θα προσπαθήσουμε για το καλύτερο και θα ζητήσουμε από όλους να βάλουν πλάτη. Και αν αυτό σημαίνει μικρότερα περιθώρια κέρδους για τις επιχειρήσεις, διότι όλοι πρέπει να στηρίξουν αυτή τη στιγμή μια εθνική προσπάθεια, να βοηθήσουμε ειδικά τους πιο αδύναμους συμπολίτες μας, θα φροντίσουμε να το κάνουμε», ανέφερε.
Η δήλωση αυτή επαναφέρει ουσιαστικά στο προσκήνιο τη λογική που είχε οδηγήσει στην εφαρμογή του πλαφόν. Παρότι δεν έχει ανακοινωθεί η επαναφορά του συγκεκριμένου μέτρου, η κυβέρνηση αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων παρεμβάσεων για τον περιορισμό των ανατιμήσεων.
Το ερώτημα που ανακύπτει είναι εάν η κατάργηση του πλαφόν έγινε πρόωρα, σε μια περίοδο κατά την οποία οι κίνδυνοι για νέες αυξήσεις τιμών παρέμεναν σημαντικοί. Ασφαλώς, οι διεθνείς ενεργειακές εξελίξεις δεν μπορούν να αποδοθούν στην απόφαση του Ιουλίου, ούτε υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η κατάργηση του μέτρου προκάλεσε τις ανατιμήσεις.
Ωστόσο, η ανάγκη επανεξέτασης των παρεμβάσεων μόλις τρεις μήνες αργότερα αναδεικνύει την αποτυχία της κυβερνητικής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της ακρίβειας.






























