Νέα διάσταση στις συνέπειες της απόφασης 1246/2026 του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία κρίθηκαν αντισυνταγματικές ρυθμίσεις για τη 10ετή και 20ετή παραγραφή σε υποθέσεις φοροδιαφυγής, δίνουν τα στοιχεία για τη δραστηριότητα της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ).
Τα δεδομένα αποκαλύπτουν το μεγάλο απόθεμα φορολογικών διαφορών που έχει περάσει τα τελευταία χρόνια από τη ΔΕΔ και, σε σημαντικό ποσοστό, έχει οδηγηθεί στη συνέχεια στα διοικητικά δικαστήρια. Μέσα σε αυτή τη μεγάλη «δεξαμενή» βρίσκονται και οι υποθέσεις που θα πρέπει πλέον να εξεταστούν υπό το πρίσμα της νέας νομολογίας για την παραγραφή.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, διαχρονικά καταγράφονται 39.057 αποφάσεις της ΔΕΔ που προσβλήθηκαν ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, ενώ τα σχετικά δικόγραφα δικαστικών προσφυγών ανέρχονται σε 40.579. Συνολικά, περίπου τέσσερις στις δέκα αποφάσεις της ΔΕΔ έχουν οδηγηθεί σε δικαστική αμφισβήτηση.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η τελευταία πενταετία. Από το 2022 έως και το διαθέσιμο διάστημα του 2026, 12.567 αποφάσεις της ΔΕΔ προσβλήθηκαν στα διοικητικά δικαστήρια. Το 2022 ο αριθμός τους έφθασε τις 4.132, το 2023 τις 2.919, το 2024 τις 2.184 και το 2025 τις 2.289, ενώ για το διαθέσιμο τμήμα του 2026 καταγράφονται ακόμη 1.043.
Οι αριθμοί αυτοί δεν σημαίνουν ότι όλες οι συγκεκριμένες υποθέσεις επηρεάζονται από την απόφαση του ΣτΕ. Τα στατιστικά στοιχεία δεν διαχωρίζουν τις προσφυγές ανάλογα με τον λόγο αμφισβήτησης ούτε προσδιορίζουν ποιες αφορούν την ειδική 10ετή ή 20ετή παραγραφή λόγω φοροδιαφυγής. Αποκαλύπτουν, όμως, το εύρος των φορολογικών διαφορών μέσα στο οποίο θα πρέπει να εντοπιστούν οι υποθέσεις που συνδέονται με τη νέα νομολογία.
Η απόφαση 1246/2026 αποκτά ιδιαίτερη σημασία ακριβώς για περιπτώσεις στις οποίες φορολογούμενοι είχαν επικαλεστεί την πενταετή παραγραφή, αλλά ο ισχυρισμός τους απορρίφθηκε επειδή οι φορολογικές αρχές εφάρμοσαν την ειδική δεκαετή ή εικοσαετή προθεσμία λόγω φοροδιαφυγής.
Ήδη από δημοσιευμένες αποφάσεις της ΔΕΔ έχουν εντοπιστεί καταλογισμοί τουλάχιστον για φορολογικές υποθέσεις της περιόδου 2013-2019, στις οποίες είχε τεθεί ζήτημα παραγραφής. Πρόκειται, ωστόσο, για ελάχιστο εντοπισμένο ποσό και όχι για συνολική αποτίμηση της δημοσιονομικής επίπτωσης.
Η εικόνα αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον και από τον αριθμό των ανοικτών υποθέσεων. Στο τέλος του 2026 καταγράφονταν 4.579 εκκρεμείς ενδικοφανείς προσφυγές στη ΔΕΔ.
Η απόφαση του ΣτΕ δεν οδηγεί σε αυτόματη ακύρωση παλαιών φόρων και προστίμων. Κάθε υπόθεση πρέπει να εξεταστεί χωριστά, ανάλογα με το φορολογικό έτος, τον χρόνο έκδοσης της πράξης καταλογισμού, τη διάταξη βάσει της οποίας παρατάθηκε η παραγραφή και το δικονομικό στάδιο στο οποίο βρίσκεται.
Σε περίπτωση που οι επίμαχοι φόροι και τα πρόστιμα έχουν ήδη καταβληθεί εν όλω ή εν μέρει και ο καταλογισμός ακυρωθεί τελικά λόγω παραγραφής, ανοίγει και ένα δεύτερο μέτωπο για το Δημόσιο: αυτό της επιστροφής χρημάτων. Τα ποσά που θα κριθούν αχρεωστήτως καταβληθέντα μπορούν, ανάλογα με την περίπτωση, να επιστραφούν στον φορολογούμενο ή να συμψηφιστούν με άλλες βεβαιωμένες οφειλές του. Έτσι, η δημοσιονομική επίπτωση της απόφασης του ΣτΕ δεν περιορίζεται στη διαγραφή φόρων και προστίμων που δεν έχουν ακόμη εισπραχθεί, αλλά μπορεί να αποκτήσει και πραγματικό ταμειακό κόστος για το Δημόσιο, εφόσον απαιτηθεί η επιστροφή ποσών που έχουν ήδη εισρεύσει στα κρατικά ταμεία.
Παραδείγματα
Η πρακτική σημασία της απόφασης 1246/2026 του Συμβουλίου της Επικρατείας αποτυπώνεται σε συγκεκριμένες φορολογικές υποθέσεις στις οποίες ο ισχυρισμός περί πενταετούς παραγραφής είχε απορριφθεί επειδή η φορολογική διοίκηση εφάρμοσε την ειδική δεκαετή προθεσμία λόγω φοροδιαφυγής.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί υπόθεση για το φορολογικό έτος 2014, στην οποία ο συνολικός καταλογισμός ανήλθε σε περίπου 5,82 εκατ. ευρώ. Ο φορολογούμενος είχε επικαλεστεί παραγραφή, ωστόσο η ΔΕΔ απέρριψε τον ισχυρισμό εφαρμόζοντας τη δεκαετή προθεσμία λόγω φοροδιαφυγής. Μετά τη νέα απόφαση του ΣτΕ, εφόσον η πράξη είχε εκδοθεί μετά τη συμπλήρωση της κανονικής πενταετίας και δεν υπάρχει άλλος αυτοτελής λόγος παράτασης, η υπόθεση αποκτά πλέον διαφορετική βάση εξέτασης.
Δεύτερη περίπτωση αφορά καταλογισμούς φόρου εισοδήματος για τα φορολογικά έτη 2015, 2016 και 2017, συνολικού ύψους 7,255 εκατ. ευρώ. Και σε αυτή την υπόθεση είχε προβληθεί παραγραφή, αλλά η ΔΕΔ διατήρησε τους καταλογισμούς εφαρμόζοντας την ειδική δεκαετία λόγω φοροδιαφυγής. Η νέα νομολογία καθιστά πλέον κρίσιμο τον επανέλεγχο του χρόνου έκδοσης κάθε πράξης, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν κατά τον χρόνο του καταλογισμού είχε ήδη συμπληρωθεί η πενταετία.
Τρίτη χαρακτηριστική περίπτωση αφορά ΦΠΑ για τα έτη 2015, 2016 και 2017, με συνολικό καταλογισμό 3,293 εκατ. ευρώ. Ο ισχυρισμός περί παραγραφής είχε επίσης απορριφθεί λόγω εφαρμογής της δεκαετούς προθεσμίας. Εφόσον η δεκαετία ήταν ο λόγος που επέτρεψε στη φορολογική διοίκηση να προχωρήσει στον καταλογισμό μετά την πενταετία, η τύχη των σχετικών πράξεων πρέπει πλέον να κριθεί υπό το πρίσμα της απόφασης 1246/2026.
Τέταρτο παράδειγμα αποτελεί υπόθεση του φορολογικού έτους 2017, στην οποία οι πράξεις φόρου εισοδήματος και ΦΠΑ ανέρχονταν συνολικά σε περίπου 2,134 εκατ. ευρώ. Και εδώ ο ισχυρισμός του φορολογουμένου περί παραγραφής απορρίφθηκε με εφαρμογή της ειδικής δεκαετούς προθεσμίας. Εάν από τον νέο έλεγχο προκύψει ότι κατά τον χρόνο έκδοσης των πράξεων είχε συμπληρωθεί η κανονική πενταετία και δεν υφίσταται άλλη νόμιμη αιτία παράτασής της, ο καταλογισμός μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με ακύρωση λόγω παραγραφής.
Πέμπτη περίπτωση αφορά και πάλι το φορολογικό έτος 2014, αλλά με μικρότερο οικονομικό αντικείμενο. Ο καταλογισμός ανήλθε σε περίπου 401.000 ευρώ, περιλαμβάνοντας διαφορά φόρου και πρόστιμο. Πρόκειται για χαρακτηριστικό παράδειγμα που δείχνει ότι οι συνέπειες της νέας νομολογίας δεν περιορίζονται αποκλειστικά σε υποθέσεις πολλών εκατομμυρίων ευρώ, αλλά μπορούν να επεκτείνονται και σε μικρότερους καταλογισμούς, εφόσον αυτοί διασώθηκαν από την εφαρμογή της δεκαετούς παραγραφής.





























