Με την ενεργειακή κρίση να πιέζει ήδη νοικοκυριά και επιχειρήσεις, η ευρωπαϊκή απάντηση εξακολουθεί να καθυστερεί, περιορίζοντας τα περιθώρια των κρατών-μελών να προχωρήσουν σε πρόσθετα μέτρα στήριξης. Η Αθήνα επιχειρεί να επιταχύνει τις αποφάσεις, ζητώντας από την Κομισιόν μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία και δυνατότητα αξιοποίησης περίπου 700 εκατ. ευρώ από αυξημένα φορολογικά έσοδα.
Το ελληνικό αίτημα έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές της ενέργειας παραμένουν υψηλές, ενώ ο χειμώνας πλησιάζει χωρίς να έχει διαμορφωθεί ακόμη ένα ενιαίο ευρωπαϊκό πλαίσιο αντιμετώπισης της νέας κρίσης. Οι διαφορετικές προσεγγίσεις μεταξύ των κρατών-μελών και η επιφυλακτικότητα απέναντι σε εξαιρέσεις από τους δημοσιονομικούς κανόνες επιβραδύνουν τις αποφάσεις.
Η κυβέρνηση ζητά ουσιαστικά να αποκτήσει μεγαλύτερο περιθώριο για παρεμβάσεις χωρίς να παραβιάσει την ευρωπαϊκή οροφή δαπανών. Στο τραπέζι βρίσκεται η αξιοποίηση των υπερεσόδων από τον ΦΠΑ, τα οποία υπολογίζονται περίπου 700 εκατ. ευρώ υψηλότερα από τις αρχικές προβλέψεις, καθώς και η εξαίρεση από τους δημοσιονομικούς περιορισμούς προσωρινών ενεργειακών μέτρων ύψους περίπου 670 εκατ. ευρώ.
Η πίεση για ευρωπαϊκές αποφάσεις αυξάνεται καθώς τα εθνικά περιθώρια στενεύουν. Μετά τις παρεμβάσεις που έχουν ήδη ανακοινωθεί, ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος για το υπόλοιπο του 2026 υπολογίζεται κοντά στα 200 εκατ. ευρώ, ποσό που περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητα χρηματοδότησης ενός νέου, ευρύτερου πακέτου.
Οι επόμενες ημέρες θεωρούνται κρίσιμες, με τη συζήτηση να μεταφέρεται στο Eurogroup και στη Σύνοδο Κορυφής της 15ης και 16ης Οκτωβρίου. Η Αθήνα επιδιώκει να διαμορφωθεί ευρωπαϊκή γραμμή πριν οι πιέσεις ενταθούν περαιτέρω, καθώς ήδη εξετάζονται νέες παρεμβάσεις στα καύσιμα και στο πετρέλαιο θέρμανσης.
Το βασικό πρόβλημα είναι πλέον ο χρόνος. Όσο οι Βρυξέλλες καθυστερούν να καταλήξουν σε κοινή απάντηση, οι εθνικές κυβερνήσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν την ενεργειακή ακρίβεια με περιορισμένα δημοσιονομικά εργαλεία.

































