Σε αύξηση των επιτοκίων για πρώτη φορά εδώ και περισσότερα από τρία χρόνια προχώρησε την Τετάρτη (16/09) η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed), στέλνοντας παράλληλα σαφές μήνυμα ότι ενδέχεται να ακολουθήσει ακόμη μία αύξηση μέχρι το τέλος του έτους, καθώς οι ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις επαναφέρουν τη νομισματική πολιτική σε πιο περιοριστική τροχιά.
Η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Ανοικτής Αγοράς (FOMC) αποφάσισε ομόφωνα, με ψήφους 12-0, να αυξήσει το βασικό επιτόκιο κατά 25 μονάδες βάσης. Μετά την απόφαση, το εύρος-στόχος για το επιτόκιο ομοσπονδιακών κεφαλαίων διαμορφώνεται πλέον στο 3,75%-4%.
«Ο πληθωρισμός παραμένει αυξημένος», ανέφερε η επιτροπή στην ανακοίνωση που εξέδωσε μετά τη συνεδρίαση, σημειώνοντας ότι η σημερινή απόφαση αναμένεται να υποστηρίξει την ταχύτερη επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο του 2%. Η Fed υπογράμμισε παράλληλα τη δέσμευσή της για αποκατάσταση της σταθερότητας των τιμών.
Η κίνηση είχε σε μεγάλο βαθμό προεξοφληθεί από τις αγορές, οι οποίες πριν από τη συνεδρίαση αποτιμούσαν πιθανότητα άνω του 90% για αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης. Η επιμονή του πληθωρισμού, σε συνδυασμό με τις πρόσφατες τοποθετήσεις του προέδρου της Fed, Κέβιν Γουόρς, είχαν ενισχύσει τις εκτιμήσεις ότι η κεντρική τράπεζα θα προχωρούσε στην πρώτη αύξηση επιτοκίων από τον Ιούλιο του 2023.
Ιδιαίτερη σημασία για τις αγορές έχουν οι νέες προβλέψεις των αξιωματούχων της Fed, οι οποίες δείχνουν ότι η σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής πιθανότατα δεν ολοκληρώνεται με τη σημερινή απόφαση.
Στο λεγόμενο «dot plot», 16 από τους 18 συμμετέχοντες εκτιμούν ότι είναι πιθανή τουλάχιστον μία ακόμη αύξηση των επιτοκίων εντός του 2026, ενώ τέσσερις από αυτούς βλέπουν περιθώριο ακόμη και για δύο πρόσθετες αυξήσεις. Δύο αξιωματούχοι θεωρούν ότι η Fed θα μπορούσε να σταματήσει μετά τη σημερινή κίνηση. Ο Κέβιν Γουόρς έχει επιλέξει να μη δημοσιοποιεί προσωπική πρόβλεψη στο dot plot από τότε που ανέλαβε την προεδρία της κεντρικής τράπεζας.
Για τα επόμενα χρόνια, πάντως, η εικόνα αλλάζει. Οι προβολές δεν υποδεικνύουν νέες αυξήσεις επιτοκίων, ενώ προβλέπεται μία μείωση το 2028 και τουλάχιστον μία ακόμη το 2029.
Την ίδια στιγμή, η Fed αναθεώρησε ελαφρώς προς τα πάνω τις εκτιμήσεις της για τον πληθωρισμό. Ο γενικός δείκτης τιμών προσωπικών καταναλωτικών δαπανών (PCE) αναμένεται να διαμορφωθεί στο 3,7% φέτος, ενώ ο δομικός δείκτης, από τον οποίο εξαιρούνται οι τιμές τροφίμων και ενέργειας, εκτιμάται στο 3,4%. Και οι δύο προβλέψεις είναι αυξημένες κατά 0,1 ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με τις εκτιμήσεις του Ιουνίου.
Η επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο του 2% εξακολουθεί να εμφανίζεται μακρινή. Σύμφωνα με τις νέες προβολές, η Fed δεν αναμένει επίτευξη του στόχου πριν από το 2029, αν και προβλέπει σημαντική αποκλιμάκωση ήδη από το 2027, με τον γενικό πληθωρισμό στο 2,3% και τον δομικό στο 2,5%.
Η αλλαγή στάσης της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας είναι αξιοσημείωτη, καθώς η Fed είχε διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και μέχρι πρόσφατα οι προσδοκίες συνέκλιναν στη συνέχιση της στάσης αναμονής. Το κλίμα άρχισε να μεταβάλλεται στα τέλη Αυγούστου, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις αποδείχθηκαν πιο επίμονες.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η άνοδος των ενεργειακών τιμών, σε συνδυασμό με τις συνεχιζόμενες επιπτώσεις των δασμών. Υπό διαφορετικές συνθήκες, η Fed θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ένα μέρος αυτών των πιέσεων ως προσωρινό και να αποφύγει την άμεση αντίδραση μέσω των επιτοκίων. Η μεγαλύτερη διάρκεια, όμως, των υψηλών τιμών ενέργειας εντείνει τον προβληματισμό ότι οι πληθωριστικές πιέσεις θα μπορούσαν να περάσουν ευρύτερα στην οικονομία και να επηρεάσουν τις προσδοκίες νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Παράλληλα, η σταθεροποίηση της αγοράς εργασίας φαίνεται να δίνει στη Fed μεγαλύτερο περιθώριο να επικεντρωθεί στον πληθωρισμό. Η κεντρική τράπεζα αναθεώρησε προς τα κάτω την πρόβλεψή της για την ανεργία στο 4,1%, κατά 0,2 ποσοστιαία μονάδα χαμηλότερα σε σχέση με την εκτίμηση του Ιουνίου.
Στη συζήτηση για τις μελλοντικές πληθωριστικές πιέσεις έχει προστεθεί και η μεγάλη επενδυτική δραστηριότητα γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη, την οποία οικονομολόγοι εξετάζουν ως έναν πιθανό πρόσθετο παράγοντα ενίσχυσης της ζήτησης και των τιμών.
Στο παρασκήνιο των αποφάσεων της Fed βρίσκεται επίσης η εμπειρία της μεταπανδημικής περιόδου. Τότε, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής είχαν αρχικά εκτιμήσει ότι οι πληθωριστικές πιέσεις από τις διαταραχές στην προσφορά και τη ζήτηση θα ήταν προσωρινές. Ο πληθωρισμός, ωστόσο, έφθασε τελικά στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών, αναγκάζοντας την κεντρική τράπεζα να προχωρήσει αργότερα σε επιθετική αύξηση των επιτοκίων.
Οι διαφωνίες στο εσωτερικό της Fed είχαν ήδη γίνει εμφανείς στη συνεδρίαση του Ιουλίου, όταν τρία μέλη της FOMC είχαν ψηφίσει κατά της διατήρησης των επιτοκίων αμετάβλητων, υποστηρίζοντας αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης.
Ακόμη μεγαλύτερη αβεβαιότητα καταγράφεται για το 2027. Οκτώ αξιωματούχοι προβλέπουν μία επιπλέον αύξηση των επιτοκίων, έξι θεωρούν ότι το βασικό επιτόκιο θα παραμείνει σταθερό και τέσσερις βλέπουν περιθώριο για μειώσεις.
Οι χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν ήδη αρχίσει να προσαρμόζονται στο περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων. Οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων έχουν κινηθεί έντονα ανοδικά, με την απόδοση του 10ετούς τίτλου να έχει ενισχυθεί κατά περίπου 25 μονάδες βάσης μετά τις δηλώσεις του Γουόρς στο συμπόσιο της Fed στο Τζάκσον Χολ στις 28 Αυγούστου. Σε σχέση με το χαμηλό του Φεβρουαρίου, η απόδοση του 10ετούς βρίσκεται περίπου μία ποσοστιαία μονάδα υψηλότερα, ενώ ακόμη μεγαλύτερη άνοδο έχει καταγράψει το διετές ομόλογο, το οποίο είναι περισσότερο ευαίσθητο στις προσδοκίες για τη βραχυπρόθεσμη πορεία των επιτοκίων.
Οι επιπτώσεις γίνονται αισθητές και στο κόστος δανεισμού για τα αμερικανικά νοικοκυριά. Το επιτόκιο για ένα σταθερό στεγαστικό δάνειο διάρκειας 30 ετών έχει ανέλθει στο 7,19%, περίπου 38 μονάδες βάσης υψηλότερα από την ομιλία στο Τζάκσον Χολ και περισσότερο από μία ποσοστιαία μονάδα πάνω σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα, σύμφωνα με στοιχεία της Mortgage News Daily.































