Μια φορολογική υπόθεση με ιστορία σχεδόν δύο δεκαετιών επανήλθε στο προσκήνιο, αυτή τη φορά ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ. Στο επίκεντρο βρίσκεται γνωστή εταιρεία, η οποία επιχείρησε να περιορίσει παλαιά πρόστιμα 6 εκατ. ευρώ για τις χρήσεις 2007 και 2008 στα 2.500 ευρώ ανά χρήση, δηλαδή συνολικά σε μόλις 5.000 ευρώ. Η προσπάθειά της, ωστόσο, προσέκρουσε στη ΔΕΔ, η οποία απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη.
Στην εν λόγω εταιρεία είχαν επιβληθεί πρόστιμα του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων ύψους 2.620.040 ευρώ για τη μία διαχειριστική περίοδο και 3.370.855,88 ευρώ για την άλλη. Συνολικά, τα αρχικά πρόστιμα έφταναν τα 5,99 εκατ. ευρώ και αφορούσαν, σύμφωνα με την απόφαση της ΔΕΔ, καταχώρηση στα βιβλία ανύπαρκτων αγορών ή εξόδων, καθώς και έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων.
Η εταιρεία αμφισβήτησε τις πράξεις και προσέφυγε στο Διοικητικό Εφετείο Πειραιά, ζητώντας την ακύρωσή τους. Δεν δικαιώθηκε, καθώς οι προσφυγές απορρίφθηκαν στο σύνολό τους. Η υπόθεση έφτασε στη συνέχεια μέχρι το Συμβούλιο της Επικρατείας, όπου η εταιρεία κατέθεσε αιτήσεις αναίρεσης. Και αυτές, όμως, απορρίφθηκαν, με αποτέλεσμα η δικαστική διαδρομή κατά των συγκεκριμένων πράξεων να ολοκληρωθεί χωρίς ανατροπή των αποφάσεων.
Μετά τις αποφάσεις του ΣτΕ, η ΔΟΥ Πλοίων Πειραιά προχώρησε σε ταμειακή βεβαίωση 1.310.020 ευρώ για τη χρήση του 2007 και 1.685.428 ευρώ για τη χρήση του 2008. Έτσι, το ποσό που βεβαιώθηκε προς είσπραξη διαμορφώθηκε συνολικά σε περίπου 2,995 εκατ. ευρώ.
Η νέα προσφυγή της εταιρείας για περιορισμό των προστίμων
Η υπόθεση, όμως, δεν έκλεισε εκεί. Η εταιρεία επανήλθε ζητώντας από το ΚΕΒΕΙΣ Αττικής και το ΚΕΦΟΔΕ Αττικής έναν δραστικό περιορισμό των προστίμων. Συγκεκριμένα, ζήτησε να μειωθούν στα 2.500 ευρώ για κάθε διαχειριστική περίοδο, επικαλούμενη εγκύκλιο της ΑΑΔΕ που είχε εκδοθεί κατόπιν απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας. Εάν το αίτημά της γινόταν δεκτό, τα επίμαχα πρόστιμα θα περιορίζονταν συνολικά στις 5.000 ευρώ για τις δύο χρήσεις.
Το ΚΕΦΟΔΕ Αττικής απέρριψε το αίτημα, κρίνοντας ότι οι πράξεις επιβολής προστίμου είχαν ήδη κριθεί αμετάκλητα από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Η εταιρεία δεν εγκατέλειψε την προσπάθεια και προσέφυγε στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών.
Στην προσφυγή της υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι δεν εφαρμόστηκε ορθά η αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ευνοϊκότερης κυρωτικής διάταξης. Παράλληλα, επικαλέστηκε παραβίαση των αρχών της ισότητας, της χρηστής διοίκησης και της επιείκειας.
Η απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ
Η ΔΕΔ, ωστόσο, έβαλε «φρένο» στην προσπάθεια χωρίς να εξετάσει επί της ουσίας εάν τα πρόστιμα έπρεπε να μειωθούν. Το κρίσιμο ζήτημα ήταν το παραδεκτό της προσφυγής.
Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, οι αρχικές πράξεις επιβολής προστίμων είχαν εκδοθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2014, δηλαδή πριν τεθεί σε εφαρμογή το σχετικό πλαίσιο για την ενδικοφανή προσφυγή. Επιπλέον, η εταιρεία είχε ήδη προσφύγει κατά των πράξεων στα διοικητικά δικαστήρια και στη συνέχεια στο Συμβούλιο της Επικρατείας, χωρίς να δικαιωθεί.
Η ΔΕΔ ξεκαθαρίζει ακόμη ότι οι ταμειακές βεβαιώσεις που ακολούθησαν τις αποφάσεις του ΣτΕ δεν αποτελούν πράξεις προσδιορισμού φόρου που μπορούν να προσβληθούν μέσω ενδικοφανούς προσφυγής. Πρόκειται για πράξεις που εντάσσονται στο στάδιο της είσπραξης και, σύμφωνα με την απόφαση, προσβάλλονται με ανακοπή.
Καθοριστικό ήταν και ένα δεύτερο σημείο. Η αρνητική απάντηση του ΚΕΦΟΔΕ Αττικής στο αίτημα της εταιρείας χαρακτηρίστηκε από τη ΔΕΔ ως πράξη «πληροφοριακού χαρακτήρα». Κατά συνέπεια, κρίθηκε ότι δεν παράγει από μόνη της έννομες συνέπειες και δεν αποτελεί εκτελεστή πράξη που μπορεί να προσβληθεί με ενδικοφανή προσφυγή.
Με αυτά τα δεδομένα, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, με την απόφαση 2648/2026, απέρριψε την προσφυγή της εταιρείας ως απαράδεκτη.
































