Νέο πλαίσιο για τον υπολογισμό των ετήσιων εισφορών που καταβάλλουν τα μέλη του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών τίθεται σε εφαρμογή μετά από 16 χρόνια, με απόφαση του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκου Πιερρακάκη. Η αλλαγή αφορά στο Σκέλος Κάλυψης Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΣΚΕΥ) και επηρεάζει άμεσα τα μέλη του Συνεγγυητικού, δηλαδή τους φορείς που υπάγονται στο σύστημα και παρέχουν καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες.
Η ουσία της νέας ρύθμισης είναι ότι η ετήσια τακτική εισφορά κάθε μέλους δεν θα προσδιορίζεται πλέον ενιαία, αλλά θα προκύπτει από δύο διαφορετικά σκέλη: το πρώτο θα συνδέεται με τα περιουσιακά στοιχεία πελατών που βρίσκονται υπό θεματοφυλακή και το δεύτερο με τα περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται υπό διαχείριση. Έτσι, το ύψος της επιβάρυνσης θα εξαρτάται περισσότερο από το μέγεθος και το είδος των περιουσιακών στοιχείων πελατών που διαχειρίζεται ή φυλάσσει κάθε μέλος.
Στο σκέλος της θεματοφυλακής προβλέπονται τρία κλιμάκια. Για αξία περιουσιακών στοιχείων έως 100 εκατ. ευρώ ο συντελεστής της τακτικής εισφοράς ορίζεται σε 2,75%. Ο ίδιος συντελεστής, 2,75%, εφαρμόζεται και για το τμήμα αξίας από 100.000.001 ευρώ έως 250 εκατ. ευρώ. Για αξία άνω των 250 εκατ. ευρώ, ο συντελεστής περιορίζεται στο 1%.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η εξαίρεση που προβλέπεται για κινητές αξίες οι οποίες τηρούνται σε Λογαριασμούς Αξιογράφων Πελάτη στο Σύστημα Άυλων Τίτλων της Ελληνικό Κεντρικό Αποθετήριο Τίτλων Α.Ε. (ATHEXCSD). Στις περιπτώσεις αυτές, ακόμη και για το πρώτο κλιμάκιο έως 100 εκατ. ευρώ, ο συντελεστής μπορεί να περιορίζεται στο 1%, υπό την προϋπόθεση ότι το μέλος έχει ενταχθεί σε υπηρεσία άμεσης ενημέρωσης των πελατών για μεταβολές στη μερίδα και στο χαρτοφυλάκιό τους. Αυτό σημαίνει ότι τα μέλη που πληρούν τις συγκεκριμένες τεχνολογικές και ενημερωτικές προϋποθέσεις μπορούν να έχουν αισθητά χαμηλότερη εισφορά για το συγκεκριμένο τμήμα περιουσιακών στοιχείων.
Για τα περιουσιακά στοιχεία υπό διαχείριση, η απόφαση προβλέπει ξεχωριστό συντελεστή 0,5% επί της υπολογιζόμενης αξίας τους. Επομένως, επιχειρήσεις με σημαντικό ύψος χαρτοφυλακίων υπό διαχείριση θα επιβαρύνονται αναλόγως, ανεξάρτητα από το σκέλος της θεματοφυλακής.
Όριο 30.000 ευρώ ανά πελάτη
Κρίσιμο στοιχείο για τον τελικό υπολογισμό είναι και το όριο των 30.000 ευρώ ανά πελάτη. Για περιουσιακά στοιχεία υπό θεματοφυλακή που υπερβαίνουν τα 30.000 ευρώ, ως αξία για τους σκοπούς της εισφοράς λαμβάνεται το ποσό των 30.000 ευρώ. Αντίστοιχα, για περιουσιακά στοιχεία υπό διαχείριση προβλέπεται ότι, μετά την αφαίρεση της αξίας που βρίσκεται υπό θεματοφυλακή, το ποσό που λαμβάνεται υπόψη δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 30.000 ευρώ. Εφόσον η αξία υπό θεματοφυλακή για τον ίδιο πελάτη είναι ήδη τουλάχιστον 30.000 ευρώ, η αξία υπό διαχείριση για τον συγκεκριμένο πελάτη λογίζεται ως μηδενική.
Η συγκεκριμένη πρόβλεψη είναι καθοριστική για το ποιοι επιβαρύνονται περισσότερο. Μέλη με μεγάλο αριθμό πελατών και υψηλές συνολικές αξίες περιουσιακών στοιχείων είναι πιθανό να εμφανίζουν μεγαλύτερη βάση υπολογισμού της εισφοράς. Ωστόσο, η ύπαρξη του πλαφόν των 30.000 ευρώ ανά πελάτη περιορίζει την επίδραση πολύ μεγάλων ατομικών χαρτοφυλακίων στον συνολικό υπολογισμό. Με άλλα λόγια, η επιβάρυνση συνδέεται όχι μόνο με το συνολικό ύψος των κεφαλαίων, αλλά και με τη σύνθεση της πελατειακής βάσης και τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται τα περιουσιακά στοιχεία μεταξύ θεματοφυλακής και διαχείρισης. Αυτό προκύπτει από τον τρόπο αποτίμησης που ορίζει η υπουργική απόφαση.
Η απόφαση διευκρινίζει ακόμη ότι ως «πελάτης» θεωρείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο το μέλος παρείχε καλυπτόμενες υπηρεσίες κατά τις ημερομηνίες αναφοράς, ακόμη και αν το πρόσωπο αυτό δεν παραμένει πελάτης κατά τον χρόνο υπολογισμού της ετήσιας εισφοράς.
Για την αποτίμηση χρησιμοποιείται ο μέσος όρος της τρέχουσας αξίας των σχετικών περιουσιακών στοιχείων στις ημερομηνίες αναφοράς, οι οποίες αντιστοιχούν στην τελευταία εργάσιμη ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα του αμέσως προηγούμενου έτους. Έτσι, ο υπολογισμός δεν βασίζεται σε μία μόνο χρονική στιγμή, αλλά στη μέση εικόνα των χαρτοφυλακίων κατά τη διάρκεια του έτους.
Σε ό,τι αφορά τα παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα, η απόφαση ορίζει ότι για τον υπολογισμό της αξίας λαμβάνεται υπόψη η τρέχουσα αξία των συμβολαίων και των δικαιωμάτων στις αντίστοιχες ημερομηνίες αναφοράς. Παράλληλα, εάν ένα μέλος δεν παρέχει ή δεν μπορεί να παρέχει επαρκείς πληροφορίες για περιουσιακά στοιχεία που τηρούνται για λογαριασμό άλλων δικαιούχων, τότε για τον υπολογισμό μπορεί να λαμβάνεται κατά τεκμήριο υπόψη το σύνολο της σχετικής αξίας. Η πρόβλεψη αυτή μπορεί να έχει ιδιαίτερη σημασία για μέλη με σύνθετες δομές λογαριασμών, καθώς η ελλιπής πληροφόρηση ενδέχεται να οδηγεί σε μεγαλύτερη βάση υπολογισμού.
Η ετήσια εισφορά κάθε μέλους θα υπολογίζεται τον Ιούλιο κάθε έτους με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεγγυητικού, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία του αμέσως προηγούμενου έτους. Η πρώτη εφαρμογή του νέου συστήματος έχει οριστεί για τον Ιούλιο του 2027.
Εάν από τον νέο υπολογισμό προκύπτει ότι η εισφορά που οφείλει ένα μέλος για το τρέχον έτος είναι υψηλότερη από το ποσό της τακτικής εισφοράς που έχει ήδη καταβληθεί στο Συνεγγυητικό, το μέλος θα υποχρεούται να καταβάλει τη διαφορά, σύμφωνα με τη διαδικασία που θα καθορίζει το Διοικητικό Συμβούλιο.
Συνεπώς, οι άμεσα επηρεαζόμενοι από τη νέα απόφαση δεν είναι οι ιδιώτες επενδυτές ως καταβάλλοντες την εισφορά, αλλά τα ίδια τα μέλη του Συνεγγυητικού. Οι πελάτες επηρεάζουν, ωστόσο, έμμεσα το ύψος της επιβάρυνσης, καθώς ο αριθμός τους, η αξία των περιουσιακών τους στοιχείων και το αν αυτά βρίσκονται υπό θεματοφυλακή ή διαχείριση αποτελούν τη βάση του νέου υπολογισμού.
Τέλος, η απόφαση αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικής αναπροσαρμογής ή ακόμη και διακοπής της τακτικής εισφοράς. Αυτό μπορεί να γίνει με υπουργική απόφαση όταν επιτευχθεί εύλογη σχέση μεταξύ των διαθέσιμων στοιχείων ενεργητικού του Συνεγγυητικού και της συνολικής αξίας των περιουσιακών στοιχείων πελατών των μελών, κατόπιν εισήγησης του Διοικητικού Συμβουλίου και σύμφωνης γνώμης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.































