Δεκαέξι χρόνια μετά το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης χρέους, η σκιά των μη εξυπηρετούμενων δανείων εξακολουθεί να βαραίνει την οικονομία, με περίπου 1,5 εκατομμύριο πολίτες να παραμένουν αποκλεισμένοι από το τραπεζικό σύστημα, παρά τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης που καταγράφει η χώρα τα τελευταία χρόνια.
Σε εκτενές ρεπορτάζ του, το Reuters επισημαίνει ότι εκατοντάδες χιλιάδες υποθέσεις «κόκκινων» δανείων παραμένουν εγκλωβισμένες στα δικαστήρια, περιορίζοντας την πρόσβαση νοικοκυριών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε νέα χρηματοδότηση και επιβραδύνοντας την πλήρη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.
Σύμφωνα με στοιχεία της κυβέρνησης και των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, σχεδόν το ένα τέταρτο του ενήλικου πληθυσμού της χώρας θεωρείται σήμερα ουσιαστικά «μη τραπεζικά εξυπηρετήσιμο», ενώ περίπου οι μισοί από αυτούς είναι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες. Παράλληλα, περίπου 75 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο ένα τρίτο του ελληνικού ΑΕΠ, παραμένουν δεσμευμένα λόγω δικαστικών εκκρεμοτήτων ή καθυστερήσεων στις διαδικασίες διευθέτησης οφειλών.
Το διεθνές πρακτορείο παρουσιάζει χαρακτηριστικές περιπτώσεις δανειοληπτών που εξακολουθούν να βρίσκονται σε οικονομικό αδιέξοδο. Ιδιοκτήτης κοσμηματοπωλείου έξω από την Αθήνα, ο οποίος έλαβε δάνειο 100.000 ευρώ το 2009, βλέπει σήμερα την οφειλή του να έχει διπλασιαστεί λόγω τόκων, ενώ η υπόθεσή του παραμένει στα δικαστήρια. Όπως δηλώνει στο Reuters, αδυνατεί να λάβει νέο δάνειο, να επενδύσει στην επιχείρησή του ή ακόμη και να αποκτήσει πιστωτική κάρτα.
Παρόμοια είναι η κατάσταση και για ιδιοκτήτη μικρού ξενοδοχείου στην Κρήτη, ο οποίος είχε δανειστεί περίπου 1,2 εκατ. ευρώ στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και σήμερα καλείται να αποπληρώσει περίπου 2 εκατ. ευρώ μέσα στην επόμενη διετία. «Δεν μπορούμε ούτε ένα παλιό κλιματιστικό να αντικαταστήσουμε», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης υποστηρίζει ότι οι πρόσφατες αλλαγές στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και η πρόσληψη 1.000 επιπλέον δικαστών έχουν ήδη επιταχύνει σημαντικά την απονομή της δικαιοσύνης. Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου, ο μέσος χρόνος εκδίκασης έχει μειωθεί στις 315 ημέρες από περίπου 1.200 ημέρες πριν από δύο χρόνια, ενώ εκτιμάται ότι το μεγαλύτερο μέρος των εκκρεμών υποθέσεων θα έχει διευθετηθεί έως το 2028.
Ωστόσο, κυβερνητικοί αξιωματούχοι και ειδικοί που μίλησαν στο Reuters εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί, εκτιμώντας ότι η πλήρης εκκαθάριση των υποθέσεων θα απαιτήσει τουλάχιστον πέντε ακόμη χρόνια. Νομικοί που χειρίζονται υποθέσεις δανειοληπτών αναφέρουν ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι καθυστερήσεις εξακολουθούν να προσεγγίζουν ή ακόμη και να ξεπερνούν τις 1.000 ημέρες, ενώ δεν λείπουν οι υποθέσεις που έχουν λάβει δικάσιμο ακόμη και για το 2035.
Η σημερινή εικόνα έχει τις ρίζες της στο 2015, όταν η Ελλάδα, υπό την πίεση των διεθνών πιστωτών, προχώρησε στη δημιουργία του θεσμικού πλαισίου για τη μεταβίβαση άνω του 90% των μη εξυπηρετούμενων δανείων, συνολικής αξίας περίπου 110 δισ. ευρώ, σε εξειδικευμένες εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων. Ωστόσο, η λειτουργία της αγοράς αυτής αποδείχθηκε πιο σύνθετη και χρονοβόρα από τις αρχικές εκτιμήσεις, με τις δικαστικές προσφυγές και την προστασία της πρώτης κατοικίας να επιβραδύνουν σημαντικά τις διαδικασίες.
Η γενική γραμματέας Ιδιωτικού Χρέους του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Θεώνη Αλαμπάση, χαρακτηρίζει τις δικαστικές εκκρεμότητες ως ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια για την ταχεία αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους, ενώ οι εταιρείες διαχείρισης δανείων αποδίδουν το πρόβλημα στις χρονοβόρες διαδικασίες και στις αντικρουόμενες δικαστικές αποφάσεις.
Το Reuters καταλήγει ότι, παρά τη σημαντική πρόοδο της ελληνικής οικονομίας και την επιστροφή της σε σταθερούς αναπτυξιακούς ρυθμούς, το «βουνό» των κόκκινων δανείων εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα διαρθρωτικά εμπόδια, στερώντας από εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες και επιχειρήσεις την πρόσβαση στη χρηματοδότηση και περιορίζοντας τις δυνατότητες νέων επενδύσεων και περαιτέρω ανάπτυξης.






























