Η παραγωγικότητα είναι πιθανότατα το κρισιμότερο μέγεθος μιας οικονομίας καθώς ορίζει τη δυνατότητά της να δημιουργεί εισοδήματα. Υπολογίζεται ως η αξία που παράγει μια δεδομένη ποσότητα εργασίας (π.χ. ένας μέσος εργαζόμενος ή μια ώρα εργασίας) στην παραγωγική διαδικασία.
Μπορούμε να δούμε τη θέση της Ελλάδας σε σχέση με τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) αντλώντας στοιχεία από τις Διαθρωτικές Στατιστικές Επιχειρήσεων (Structural Business Statistics) της Eurostat. Το διάγραμμα 1 δείχνει τα πιο πρόσφατα ετήσια στοιχεία που αφορούν το έτος 2023 και περιλαμβάνουν μόνο τον επιχειρηματικό μη αγροτικό τομέα της οικονομίας (εξαιρείται δηλαδή ο Δημόσιος και ο Αγροτικός τομέας).
Όπως φαίνεται στο διάγραμμα, η ελληνική οικονομία παρουσιάζει σοβαρή υστέρηση παραγωγικότητας σε σχέση με την ΕΕ. Συγκεκριμένα, το 2023 κάθε απασχολούμενος στην Ελλάδα παρήγαγε αξία 29,3 χιλιάδων ευρώ έναντι 64,5 χιλιάδων ευρώ στην ΕΕ-27, δηλαδή βρίσκονταν στο 45% του μέσου ευρωπαϊκού όρου. Αυτή η υστέρηση παραγωγικότητας είναι και ο βασικότερος λόγος του χαμηλότερου κατά κεφαλή εισοδήματος στη χώρα μας.
Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που επηρεάζουν την παραγωγικότητα, όπως η τεχνολογία παραγωγής, οι δεξιότητες των απασχολούμενων, οι δημόσιες υποδομές, η οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας, η λειτουργία των θεσμών κ.ά., που δυστυχώς δεν είναι εύκολα μετρήσιμοι. Υπάρχουν όμως και κάποιοι παράγοντες που μπορούν να μετρηθούν σχετικά εύκολα. Ένας τέτοιος παράγοντας είναι οι κλάδοι στους οποίους δραστηριοποιούνται οι επιχειρήσεις. Υπάρχουν κλάδοι έντασης κεφαλαίου (συνήθως η μεταποίηση) στους οποίους η παραγωγικότητα της εργασίας είναι υψηλή και κλάδοι έντασης εργασίας (συνήθως οι υπηρεσίες) όπου η παραγωγικότητα είναι χαμηλή.
Το διάγραμμα 2 παρουσιάζει την αντίστοιχη σύγκριση της Ελλάδας με την ΕΕ στους μεγαλύτερους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας (οι οκτώ συγκεκριμένοι κλάδοι συγκεντρώνουν πάνω από το 80% της συνολικής απασχόλησης του επιχειρηματικού μη αγροτικού τομέα).
Όπως βλέπουμε και στο διάγραμμα αυτό, η Ελλάδα υστερεί σημαντικά στην παραγωγικότητα σε όλους τους κλάδους. Όμως το εύρος της υστέρησης διαφέρει από κλάδο σε κλάδο, με την υψηλότερη παραγωγικότητα να καταγράφεται στον κλάδο της Μεταποίησης και την χαμηλότερη στον κλάδο της Εστίασης και Καταλυμάτων που είναι συνδεδεμένος με τον Τουρισμό. Για παράδειγμα, η ελληνική παραγωγικότητα είναι στο 71% του μέσου όρου των χωρών της ΕΕ στον κλάδο των Μεταφορών και Αποθήκευσης, στο 56% στον κλάδο της Μεταποίησης, στο 46% στον κλάδο του Εμπορίου και στο 43% στον κλάδο της Εστίασης και Καταλυμάτων. Μπορούμε, επομένως, να συμπεράνουμε ότι η υστέρηση της παραγωγικότητας στην Ελλάδα είναι σχετικά μικρότερη στους κλάδους έντασης κεφαλαίου και μεγαλύτερη στους κλάδους έντασης εργασίας.
Αξίζει επίσης να παρατηρήσουμε, στο ίδιο διάγραμμα, τις διαφορές παραγωγικότητας μεταξύ των κλάδων. Είναι χαρακτηριστικό ότι η παραγωγικότητα στον κλάδο της Μεταποίησης είναι 3,8 φορές μεγαλύτερη από την αντίστοιχη παραγωγικότητα στον κλάδο της Εστίασης και Καταλυμάτων. Με άλλα λόγια, ένας μέσος εργαζόμενος στη Βιομηχανία παράγει σχεδόν τετραπλάσια προστιθέμενη αξία από έναν μέσο εργαζόμενο στον Τουρισμό. Αυτή η διαφορά παραγωγικότητας μεταξύ των συγκεκριμένων κλάδων δεν παρατηρείται μόνο στην Ελλάδα αλλά και στις άλλες χώρες της ΕΕ. Σχετίζεται, μάλιστα, με το κεφαλαιακό απόθεμα που υπάρχει σε κάθε κλάδο (μηχανολογικό εξοπλισμό, υποδομές κ.λπ.). Η παραγωγικότητα κάθε εργαζόμενου εξαρτάται και από την ποσότητα και την ποιότητα (επίπεδο τεχνολογίας) του μηχανολογικού εξοπλισμού που χρησιμοποιεί. Κατά συνέπεια η χαμηλή παραγωγικότητα σε κάποιους κλάδους αντανακλά χαμηλές επενδύσεις τεχνολογίας στους κλάδους αυτούς.
Μπορούμε, λοιπόν, να συμπεράνουμε ότι παρότι υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης για τον κάθε κλάδο ξεχωριστά, η συζήτηση περί παραγωγικότητας συνολικά αποκτά νόημα μόνο σε συνδυασμό με την αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος. Από αυτή την άποψη, τα τελευταία στοιχεία δεν είναι ενθαρρυντικά. Κατά την τελευταία πενταετία (2021-25) η αύξηση της απασχόλησης στον κλάδο της Μεταποίησης ήταν 7,6% ενώ στον κλάδο της Εστίασης και Καταλυμάτων ήταν 23,1%, (στοιχεία Eurostat). Η ενίσχυση κλάδων έντασης εργασίας και με χαμηλή παραγωγικότητα δεν λειτουργεί προς την σύγκλιση της χώρας μας, σε όρους παραγωγικότητας, με τον μέσο όρο των χωρών της ΕΕ.































