Στην κοινή συνείδηση η λέξη «Κατοχή» ταυτίζεται με την περίοδο 1941 – 1944 και την κατοχή της Ελλάδας από τη Ναζιστική Γερμανία και τη Φασιστική Ιταλία. Η επίσημη ιστορία για λόγους προφανείς αποκρύπτει πως δεν ήταν ούτε η μόνη ούτε η πρώτη. Στα μέσα του 19ου αιώνα , κατά την περίοδο του Κριμαικού πολέμου (1853 -1856), η Ελλάδα για τρία σχεδόν χρόνια έζησε την κατοχή της Αθήνας, του Πειραιά και των κυρίων λιμανιών της από τους Άγγλους και τους Γάλλους. Η τυπική δικαιολογία ήταν η προσπάθεια της ελληνικής ηγεσίας να εκμεταλλευτεί την παγκόσμια αναταραχή για να αποσπάσει τη Θεσσαλία από τους Οθωμανούς.
Διπλωμάτες και πειρατές
Η διπλωματική επίθεση των δυτικών δυνάμεων κατά της Ελλάδας είχε ξεκινήσει στις 20 Μαρτίου 1854 με την κοινή διακοίνωση των πρεσβευτών της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Αυστρίας και της Πρωσίας. Στις 29 Απριλίου επιδόθηκαν στην ελληνική κυβέρνηση από τους πρεσβευτές της Αγγλίας Γουάιζ και της Γαλλίας Ρουάν δύο νέες διακοινώσεις. Στη διακοίνωσή της, η Γαλλία δήλωνε πως η Ελλάδα δεν μπορούσε να θεωρηθεί ουδέτερη χώρα. Η αγγλική διακοίνωση ήταν πιο σκληρή:
«Η ελληνική κυβέρνησις οφείλει να αναμένη τας συνεπείας των ιδίων αυτής πράξεων. Εάν δε αι συνέπειαι αυταί αποβώσιν επικίνδυνοι εις τον θρόνον και εις την μέλλουσαν ευημερίαν της Ελλάδος η ευθύνη θα επιβληθεί επί των Ελλήνων υπουργών».
Οι «προστάτες» έδιναν προθεσμία στην ελληνική κυβέρνηση μέχρι τις 5 Μαΐου να αλλάξει πολιτική. Σε μια κίνηση απελπισίας, ο Όθωνας ζήτησε παράταση μέχρι τις 14 Μαΐου. Μία ημέρα προτού εκπνεύσει η νέα προθεσμία δώδεκα ατμοκίνητα αγγλικά και γαλλικά πολεμικά πλοία εμφανίστηκαν στο Σαρωνικό. Μαζί τους είχαν και τρία φορτηγά πλοία με Γάλλους πεζικάριους υπό τον στρατηγό Φορέ.
Με τον Σαρωνικό γεμάτο κανόνια οι πρεσβευτές Γουάιζ και Ρουάν απαίτησαν, κατ' αρχάς, επίσημη δήλωση του Όθωνα ενώπιόν τους που να αναγνωρίσουν πως αποκηρύσσει κάθε επαναστατικό κίνημα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Κατά δεύτερον, απαίτησαν την παραίτηση της κυβέρνησης Κριεζή και τον σχηματισμό άλλης, την οποία θα ενέκριναν οι ίδιοι.
Την άλλη ημέρα, οι Αγγλογάλλοι, ως κοινοί πειρατές, κατέλαβαν τα πέντε ελληνικά πολεμικά πλοία, κατέβασαν την ελληνική σημαία και ανέβασαν τις δικές τους. Ο μόνος που αντικαταστάθηκε ήταν ο Υδραίος πλοίαρχος Αλεξανδρής Ραφαλιάς, έσπασε το μπλόκο και έφτασε στη Μυτιλήνη. Όταν πλησίασαν οι Άγγλοι, πήραν θέση μάχης, αυτοί υποχώρησαν και το ελληνικό πολεμικό πλοίο έμεινε ελεύθερο στα… τουρκικά χωρικά ύδατα.
Όθωνας: εξευτελισμός και δημοφιλία
Την ώρα που ο Υδραίος καπετάνιος γέμιζε τα κανόνια του για να πολεμήσει μέχρις εσχάτων, στο παλάτι διασυρόταν ο Όθωνας. Στις 4 το απόγευμα της 14ης Μαΐου ο βασιλιάς της Ελλάδας διάβασε τη δήλωση μετανοίας που του επέβαλαν δύο διπλωματικοί υπάλληλοι της Αγγλίας και της Γαλλίας. Την ίδια στιγμή, αγγλικά αγήματα αποβιβάζονταν στον Πειραιά και ύψωναν τη σημαία τους, για να ακολουθήσουν οι γαλλικές δυνάμεις του στρατηγού Φορέ, τον οποίον ο Ναπολέων Γείχε εξουσιοδοτήσει «να απολύσει τον βασιλέα της Ελλάδας εάν το μέτρον τούτον ήθελε φανή αναγκαίο»! ώρα, στις 5 το απόγευμα, ο Όθωνας έκανε την ακόλουθη δήλωση:
«Ιδού ότι ετελείωσεν η υπόθεσις. Τους ηναγκάσαμεν τουλάχιστον να μας ενθυμηθούν. Πολύ μας ελησμόνησαν, αλλά τους εδείξαμεν ότι ζώμεν»!
Οι εκθέσεις όχι μόνο δεν μείωσαν το κύρος του Όθωνα στην ελληνική κοινωνία, αλλά αντίθετα εκτοξεύτηκαν στα ύψη της δημοφιλίας του. Το Τεκμήριο αποτελεί η μαρτυρία του γιατρού και συγγραφέας Αναστάσιου Γούδα, δημοκράτης που εξορίστηκε για τους αγώνες του κατά του Όθωνα:
«Αλλά ο λαός του οποίου τα ευγενή αισθήματα τοσούτον δολίως εξεμεταλλεύθησαν, του οποίου σκανδαλωδώς και κακοβούλως υπεκίνησαν όλα τας εθνικάς και πολυτίμους χορδάς, είχε φθάση να πιστέψει πως ο ηγεμών αυτού ήτον ο μάρτυς και το θύμα του επιχειρείν. ότι μόνο ο ακάνθινος στέφανος του έλειπεν όπως κηρυχθή νέος της ελληνικής παλιγγενεσίας εσταυρωμένος.»
Φαντάζει παράδοξη αυτή η έκρηξη δημοτικότητας, αλλά δεν είναι. Η «Μεγάλη Ιδέα», με όλες τις αντιφάσεις της, άγγιζε τη συντριπτική πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας. Ο Όθωνας και η Αμαλία εμφανίστηκαν με πομπώδη τρόπο να εκφράζουν τα συναισθήματα αυτά. Η βίαιη παρέμβαση των Δυτικών προκάλεσε πάνδημη οργή και η ταπείνωση στην οποία υπέβαλε τον Όθωνα φάνταζε ως τιμωρία για την «εθνική» της στάσης. Όπως σωστά παρατηρεί ο Φωτιάδης:
«Κανένας λαός δεν δέχεται να τον ταπεινώνουν οι ξένοι… Ο κάθε, λοιπόν, εξευτελισμός των Αγγλογάλων στον Όθωνα τον έφερνε πιο σιμά στον λαό. Κι ο «κωφός Βαυαρός», που ποτέ δεν είχε αγαπηθεί ως τότε, γνώρισε μια πρωτοφανερωτή δημοτικότητα.»
Η κυβέρνηση κατοχής
Ο δεύτερος όρος προέβλεπε παραίτηση της κυβέρνησης Κριεζή. Το νέο υπουργικό συμβούλιο που ανέλαβε καθήκοντα στις 16 Μαΐου είχε ως πρωθυπουργό και υπουργό Οικονομικών τον Μαυροκορδάτο και υπουργούς τους Ρήγα Παλαμήδη (Εσωτερικών), Δημήτριο Καλλέργη (Στρατιωτικών), Π. Αργυρόπουλο (Εξωτερικών), Κ. Κανάρη (Ναυτικών), Δ. Καλλιγά (Δικαιοσύνης) και Γ. Ψύλλα (Εκκλησιαστικών). Η κυβέρνηση αυτή έμεινε, και δικαιολογημένα, στην ιστορία ως «υπουργείο Κατοχής».
Η επιλογή Μαυροκορδάτου δεν ήταν αυτονόητη, η γαλλική πρεσβεία έδωσε σκληρή μάχη για να επιβάλει τον Καλλέργη, τον στρατιωτικό αρχηγό της 3ης Σεπτεμβρίου, ως πρωθυπουργό. Δεν τα κατάφερε όμως, ισχυρή μεν η Γαλλία, ισχυροτέρα δε η Αγγλία. Ο Καλλέργης, πάντως, «δικαιώθηκε» παίρνοντας το κρίσιμο υπουργείο Στρατιωτικών. Αυτό που δεν δικαιώθηκε είναι το παρελθόν του Καλλέργη, του αγώνα του 1821 και του 1843. Από τότε και στο εξής, μόνο πολιτικός και προσωπικός κατήφορος χαρακτήρισε την παρουσία του.
Ο Μαυροκορδάτος βρισκόταν στη Γαλλία και ανέλαβε τα καθήκοντά του στην Αθήνα μόλις στις 9 Ιουλίου. Έκανε δηλαδή δύο μήνες να έρθει, καθώς στο Παρίσι ζούσε πλουσιοπάροχα και δεν μπορούσε να φύγει λόγω χρεών. Η κυβέρνηση πήρε την έγκριση της Βουλής και δόθηκε στον Μαυροκορδάτο έκτακτο βοήθημα 50.000 χρυσών φράγκων (!) «αποβλέπουσα αυτόν ως την τελευταία άγκυρα της πολιτείας», όπως είπε χαρακτηριστικά ο υπουργός Εσωτερικών Ρήγας Παλαμήδης στην εισήγησή του στη Βουλή. Ακριβά κόστισε στον ελληνικό λαό η… άγκυρα.
Ο στρατός κατοχής, τα SS της εποχής…
Στις 15 Μαΐου, την επομένη της «δήλωσης μετάνοιας», 3.500 πεζοί και ιππείς παρέλασαν από τον Πειραιά μέχρι τα ανάκτορα. Σε καθημερινή βάση προπηλάκιζαν ως κατακτητές τους πολίτες, τα συνήθειά τους ήταν επίσης να ξεχωρίζουν μέρα μεσημέρι από τα άλλα τους και να ουρούν στο παλιό, με σχόλια για τη βασίλισσα Αμαλία.
Ως «πολιτισμένοι» εκτιμούσαν ιδιαίτερα και τα μνημεία του παρελθόντος, για αυτό και επιδόθηκαν σε εκτεταμένη αρχαιοκαπηλία. Ο Επαμεινώνδας Στασινόπουλος αναφέρει πως «με το πρόσχημα των δημοσίων έργων ή και ανασκαφών» έκλεβαν ανυπολόγιστης αξίας ευρήματα «με όλες τις… στρατιωτικές τιμές». Ο Αλέξανδρος Ραγκαβής, υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Βούλγαρη, διασώζει στα «Απομνημονεύματά» του τον διάλογο με τον Γάλλο συνταγματάρχη Ντε Βασουάιν:
«Έμαθα πως κάνετε ανασκαφές. Θα επιθυμούσα πολύ να έβλεπα τα ευρήματα, ίσως να ξέρετε πως είμαι καθηγητής αρχαιολογίας (σ.σ. ο Ραγκαβής ήταν ο πρώτος γραμματέας της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών από την ίδρυσή της, το 1837, και καθηγητής στο πανεπιστήμιο από το 1844)».
Ο Γάλλος αξιωματικός του δείχνει τα πλούσια ευρήματα και με άνεση συμπληρώνει:
« - Ω, πού να βλέπατε τα όσα στείλαμε πριν από λίγες μέρες στη Γαλλία! Ήταν κι ωραιότερα και πλουσιότερα!
– Τα στείλατε, βέβαια, στο Μουσείο του Λούβρου;
– Α όχι, οι ανασκαφές δεν έγιναν για λογαριασμό της γαλλικής κυβέρνησης, μα εμείς των αξιωματικών. Τα στείλαμε στις οικογένειές μας!»
Ο ... φίλος του αρχαίου ελληνικού κάλλους συνταγματάρχης Ντε Βασουάιν αναφερόταν στις ανασκαφές στο ιερό της Βενδίδος Αρτέμιδος στον Πειραιά, του οποίου τα μοναδικά ευρήματα, φυσικά, χάθηκαν για πάντα. Η προκλητική παρουσία Γάλλων αξιωματικών και στρατιωτών στην Αθήνα δημιουργούσε συνεχώς επεισόδια και διαπληκτισμούς με πολίτες και κυβερνητικούς αξιωματούχους, γεγονός που ανάγκασε τον ναύαρχο Τινάν να απαγορεύσει προσωρινά στους Γάλλους στρατιώτες την έξοδο από τα πλοία.
Έπειτα από τη διαταγή του ναυάρχου Τινάν, Γάλλοι στρατιώτες μετέβησαν στα γραφεία της εφημερίδας «Αιών» και, αφού κατέστρεψαν το τυπογραφείο, απήγαγαν τον διευθυντή της και κορυφαίο στέλεχος του ρωσικού κόμματος Ιωάννη Φιλήμονα.Ο «Αιών» κρατούσε φιλορωσική και κατηγορούσε. τους Δυτικούς για την αποικιοκρατική συμπεριφορά τους απέναντι στην Ελλάδα. Τον οδήγησαν σιδηροδέσμιο στο αμπάρι ενός πλοίου και τον μετέφεραν στη Γαλλία, χωρίς δίκη εννοείται. Καημένε Τσεζάρε Μπεκαρία, καημένε Ζαν-Ζακ Ρουσό…
Ο ναύαρχος Τινάν ζήτησε και την τιμωρία του Κωνσταντίνου Λεβίδη, αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Ελπίς», ενώ επέβαλε σε πολλές περιπτώσεις τη μετάθεση αξιωματικών και δικαστικών που δεν ήταν αρεστοί στην ηγεσία του στρατού κατοχής. Και ο ελληνικός Τύπος; Την Τετάρτη 8 Σεπτέμβρη η εφημερίδα «Αθηνά» ανέφερε απλώς το γεγονός και με έμμεσο, αλλά σαφή τρόπο απέδιδε στον Φιλήμονα την ευθύνη:
«Καθ' ά λέγουσι οι υπουργοί, πολλάκις είχε προτραπεί και υπό του μοιράρχου και υπό του νομάρχου να απέχει από το να δίδει αφορμήν παραπόνων».
Τα 'θελε και τα 'παθε, όπως υποστηρίζει η καλή εφημερίδα, όργανο του αγγλικού κόμματος, το οποίο ήταν υπέρ των συνταγματικών ελευθεριών, της ελευθεροτυπίας κ.λπ..
Αποικιοκράτες και χολέρα
Το 1854 η Αθήνα είχε 30.000 κατοίκους και ο Πειραιάς 7.000. Από την επιδημία χολέρας που ξέσπασε τον Ιούνιο του 1854 χάθηκαν πάνω από 5.000, ενώ πολλές χιλιάδες άλλοι εγκατέλειψαν την πόλη. Δεν επρόκειτο για μια τυχαία επιδημία, ήταν το αποτέλεσμα της εγκληματικής αποικιοκρατικής αντιμετώπισης της Ελλάδας από τους Δυτικούς και της εγκληματικής διαχείρισης της επιδημίας από τον στρατό και τα εγχώρια ενεργά του.
Αρχές του μήνα γαλλικό μεταγωγικό, προερχόμενο από τη Βάρνα, μετέφερε στρατό στην Πειραιά. Η συνειδητή εγκληματική πράξη, καθώς στη Βάρνα είχε ξεσπάσει επιδημία χολέρας. Στο πλοίο φόρτωσαν πολλούς που είχαν νοσήσει και τους μετέφεραν στο νοσοκομείο του Πειραιά. Η συνέχεια ήταν η σημαντική, η επιδημία εξαπλώθηκε.
Πανικός ξέσπασε στην Πειραιά και οι κάτοικοι στην απελπισμένη φυγή τους μετέφεραν την ασθένεια και στα νησιά, όπως στο Σύρο, όπου πέθαναν πάνω από τετρακόσιους ανθρώπους.Στην Αθήνα δεν μπορούσαν να πάνε, ήταν αποκλεισμένη. Όπως όμως ξέρουμε και από την εποχή μας, οι αποκλεισμοί δεν μπορούν να ανακοινώσουν μια επιδημία και έτσι τον Οκτώβριο μεταδόθηκε και στην Αθήνα.
Ακολούθησε μια αληθινή κόλαση, οι περιγραφές είναι εφιαλτικές. Την κατάσταση έκανε ακόμη πιο δραματική το γεγονός ότι η πόλη δεν διέθετε τις κατάλληλες υποδομές υγιεινής, ενώ οι αρχές κατοχής δεν επέτρεψαν να παρθούν τα απαραίτητα γαλλικά υγειονομικά μέτρα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά ο ναύαρχος Τινάν, χρησιμοποιώντας την επιδημία ως δικαιολογία, ζήτησε τη μεταστάθμευση του στρατού κατοχής στα Πατήσια (!).
Η τιμή οφείλεται να αποδοθεί στον Όθωνα, που μπορεί να είχε όλα τα ελαττώματα του κόσμου, αλλά δειλός δεν ήταν. Παρά τις προτροπές να εγκαταλείψει την Αθήνα, έμεινε και ολημερίς γύρισε στις γειτονιές, στους καταυλισμούς και στα νοσοκομεία για να βοηθήσει ασθενείς. Τα Καίσαρος Καίσαρι! Πάνω από όλα, βέβαια, τιμή στους ελάχιστους γιατρούς και υγειονομικούς, οι περισσότεροι από τους έχασαν τη ζωή τους στην πάλη κατά της επιδημίας, μαζί και σε απλούς πολίτες, όπως λ.χ. η Μαρία Υψηλάντη, η οποία φρόντισε περισσότερα από τετρακόσια ορφανά παιδιά.
Αξίζει ακόμη να αναφέρουμε και τους απόκληρους της κοινωνίας· όταν πέθαναν ή έφυγαν έντρομοι οι νεκροθάφτες, ανέλαβαν εκείνοι το τρομερό έργο της ταφής των χολεριασμένων. «Μ ort » στα γαλλικά σημαίνει «θάνατος», και αυτοί οι κολασμένοι της γης ονομάστηκαν «μόρτες», λέξη που υφίσταται με πολλαπλές έννοιες μέχρι σήμερα.
Αυτοί που ξεπέρασαν κάθε όριο εθελοδουλίας, ακόμη και μπροστά στη φρίκη της χολέρας ήταν ορισμένοι «δημοσιογράφοι» . Τα κείμενα της ντροπής δεν πρέπει να ξεχαστούν, άλλωστε με παραλλαγές σε ονόματα και γεγονότα που διαβάζουμε και σήμερα. Στις 31 Αυγούστου 1854 η εφημερίδα «Εβδομάς» έγραψε:
«Ματαίως πασχίζει η κακοβουλία να αποδώσει εις τον συμμαχικόν στρατόν την εις την Ελλάδαν ενσκήψασαν φθοροποιόν νόσον της χολέρας. Η νόσος αυτή είναι ενδημική και απόδειξις τούτου το Βασίλειον της Νεαπόλεως, όπου η κυβέρνησις μόλις αναφανείσης της χολέρας διέταξεν δεκαπενθήμερον κάθαρσιν. [...] Αλλά και αν παραδεχθώμεν ότι η νόσος αύτη μεταφέρθη διά των μεταβάντων ενταύθα συμμαχικών στρατευμάτων, διατί η κυβέρνησις δεν εφρόντισεν καταλλήλως να το περιστείλει εις αύτην την πηγήν του; [...] Μήπως οι στρατιώτες δεν είναι πλάσματα του Θεού, δεν είναι χριστιανοί, δεν είναι πολίται της Γαλλίας και της Αγγλίας οίτινες έχυσαν το αίμα των, εκένωσαν τους θησαυρούς των, εμόχθησαν και υπέφεραν από τη σωτηρία της Ελλάδος; [...] Διά ποιόν λόγον λοιπόν να μην παραχωρηθώσιν εις τον γαλλικόν στρατόν η Κηφισιά, το Αμαρούσιον, το Χαλάνδρι, τα Πατήσια, όπου με την αλλαγή του κλίματος και του αέρα ήθελεν να εύρει ο στρατός και προχείρους ανέσεις;»
Θα μπορούσε να είναι ένα σύγχρονο άρθρο, το οποίο ολοκληρώνεται κατακεραυνώνοντας τους ... αμετανόητους κάθε εποχή που δεν υποδέχονται με «αγάπη» τους διαχρονικούς ... σωτήρες μας:
«Όταν άλλο τάγμα του γαλλικού στρατού εμελέτησε να μεταβεί εις Πατήσια, αυτόκλητοι αντιπρόσωποι των κατοίκων των Πατησίων διεμαρτύροντο κατά της μεταβάσεως ταύτης και η κυβέρνησις διαμαρτύρετο μετ' αυτών. […] Κακός δαίμων σπρώχνει την Ελλάδα προς τον ολέθρο της και θέλει να αποξενώσει απ' αυτής πάσαν την ευρωπαϊκήν συμπάθειαν.»
Αρχές Δεκεμβρίου του 1854 το θανατικό κόπασε, η τραγωδία όμως όχι. Η αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής έγινε στις 15 Φεβρουαρίου 1857, η κατοχή διήρκεσε δύο έτη και οκτώ μήνες. Παράξενο, μιας και ο Κριμαϊκός Πόλεμος είχε λήξει έναν χρόνο νωρίτερα, με τη Συνθήκη του Παρισιού, στις 30 Μαρτίου 1856. Παράξενο για την κοινή λογική, όχι όμως και για αυτή των αποικιοκρατών.
Στο Παρίσι οι νικητές Αγγλογάλλοι επέβαλαν όρος για τη συνέχιση της κατοχής στην Ελλάδα «μέχρις και αύτη εντελώς ηρεμήσει»! Χρειάστηκε, λοιπόν, επιπλέον ένας χρόνος κατοχής ώστε «να ηρεμήσει». Και ακόμη, για όλα τα καλά που έκαναν στη χώρα, από τη χολέρα μέχρι τη βία, την ταπείνωση και την οικονομική καταστροφή, αποφάσισαν ότι πρέπει και να τους πληρώσει 900.000 χρυσά φράγκα τον χρόνο τοκοχρεολυσίου για τα παλιά δάνεια!
Άγιο είχαμε, άγιο που μας έδωσε τέτοιους καλούς «προστάτες» και ξαναπήραμε τον ίσιο –φιλελεύθερο– δρόμο...
(Ο Σπύρος Αλεξίου είναι ιστορικός και συγγραφέας - Το βιβλίο του «Προδομένο Μεσολόγγι» κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις «ΤΟΠΟΣ»)


























