Το Μεσολόγγι τον Μάη του 1829 περνά οριστικά στο Ελληνικό κράτος στο πλαίσιο των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων στη Στερεά Ελλάδα, μια ιστορική επιλογή του Ι. Καποδίστρια που προκάλεσε την οργή της Αγγλίας, είχε άλλα σχέδια. Ανέθεσε την «παραλαβή» του Μεσολογγίου στον Γ. Βαρνακιώτη, την πιο αμφιλεγόμενη μορφή της Ελληνικής επανάστασης. Ο Γ. Βαρνακιώτης μαζί με τον Ι. Παπαρρηγόπουλο κατάφεραν να πείσουν τους Αλβανούς για το μάταιο της αντίστασής τους, η συνθήκη παράδοσης υπογράφεται στις 2 Μάη 1829, ενδεχομένως αναφέρεται προχρονολογημένα αντί της πραγματικής 3 ή 4 Μάη.
Τι ειρωνεία της ιστορίας! Ο Γ. Βαρνακιώτης που το όνομά του έγινε συνώνυμο του «προδότη», είναι αυτός που υπογράφει – με καθαρή πολιτική επιλογή του Καποδίστρια και του Υψηλάντη - την πιο συμβολική στιγμή, την απελευθέρωση του Μεσολογγίου! Τελικά τι ήταν ο Δυτικοελλαδίτης στρατηγός, «προδότης» ή «ήρωας»;
Ο οπλαρχηγός κι ο πρίγκηπας
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή:
Στις 20 Ιουλίου 1821 αγκυροβόλησε στις ακτές του Μεσολογγίου το πλοίο που μετέφερε τον Α. Μαυροκορδάτο, η πόλη του επιφύλαξε θερμότατη υποδοχή καθώς για πρώτη φορά έφτανε στην πόλη ένας Έλληνας «πρίγκιπας», ντυμένος φράγκικα και ένα σωρό ξένοι αξιωματικοί. Η περιοχή που θα αποτελέσει τη βάση του «πρίγκηπα» αποτελούσε το προπύργιο του θεσμού των «αρματολικίων». Στην αντιπαράθεσή τους μπορούμε να διακρίνουμε τη σύγκρουση μεταξύ της επιδίωξης δημιουργίας κεντρικής, συγκεντρωτικής εξουσίας με τον θεσμό των αρματολικιών, τις τοπαρχίες.
Ο ιδιοφυής κι αδίστακτος Φαναριώτης θα χρησιμοποιήσει κάθε μέσο: πολιτική, συκοφαντία, φυσική εξόντωση, εξαγορά. Δημιουργήθηκαν δυο μεγάλες φατρίες: Η μαυροκορδατική με τους περισσότερους προεστούς και μία ομάδα οπλαρχηγών και η αντιμαυροκορδατική με ηγετική μορφή τον στρατηγό της Δυτικής Ελλάδας Γ. Βαρνακιώτη. Ο Μαυροκορδάτος συμμετέχει ενεργά όχι μόνο ως πολιτικός προστάτης αλλά και ως πολιτικός καθοδηγητής. Αρματολοί με στρατιωτικές ικανότητες και κύρος όπως ο Βαρνακιώτης, ο Ανδρούτσος, ο Καραϊσκάκης, ο Μπακόλας θα αποδειχθούν εύκολοι αντίπαλοι.
Με την έναρξη της Επανάστασης η Γερουσία του Βραχωρίου (Αγρίνιο) ανακήρυξε τον Βαρνακιώτη «Στρατηγό της Δυτικής Ελλάδας». Είχε και ένοπλη δύναμη και δίκτυο υποστηρικτών αλλά και τυπικά αξιώματα, γεγονός που τον καθιστούσε απαραίτητο αλλά και επικίνδυνο, τόσο για κάθε απόπειρα συγκρότησης κεντρικής εξουσίας όσο και για τις προσωπικές φιλοδοξίες του Μαυροκορδάτου, η πολιτική κυριαρχία του οποίου στον χώρο της Δυτικής Ελλάδας επισφραγίστηκε στη Συνέλευση στο Μεσολόγγι (9 Νοέμβρη 1821). Συγκροτήθηκε ο «Οργανισμός της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος» με πρόεδρο τον ίδιο, αντίβαρο στην πολιτική εξουσία του Δημήτρη Υψηλάντη και των Φιλικών.
Την ίδια στιγμή η δυτική Ελλάδα και το Μεσολόγγι αντιμετώπιζαν μεγάλο κίνδυνο, ήταν θέμα χρόνου η επίθεση των Οθωμανών. Αποφασίστηκε και οργανώθηκε η ελληνική εκστρατεία με στόχο την αντιμετώπιση αυτής της απειλής. Αρχηγός ορίστηκε (στην πραγματικότητα όρισε τον εαυτό του) ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο οποίος δεν είχε την παραμικρή ιδέα από στρατιωτικά θέματα αλλά κατέστρωνε μεγαλεπήβολα σχέδια που από την πρώτη στιγμή αντιμετωπίστηκαν με εύλογη δυσπιστία από τους οπλαρχηγούς. Αυτό εκφράστηκε πρωτίστως με την άρνηση του Βαρνακιώτη να συμμετάσχει στην εκστρατεία.
Μετά τη συντριβή στη μάχη του Πέτα και τη γενική κατακραυγή κατά του Μαυροκορδάτου ο Βαρνακιώτης έδρασε σωτήρια για την επανάσταση. Αποφασισμένος να καθυστερήσει τον Κιουταχή, κατέλαβε με τις λιγοστές δυνάμεις του τη ράχη του Προφήτη Ηλία απέναντι στον Αετό Ξηρομέρου, από όπου υποχρεωτικά θα περνούσε ο τουρκικός στρατός. Η μάχη διεξήχθη στις 10 Αυγούστου 1822, κράτησε έξι ώρες και κατέληξε με νίκη του Βαρνακιώτη προσφέροντας πολύτιμο χρόνο για την οργάνωση της άμυνας του Μεσολογγίου.
Ο «Προδότης»
Στις 17 Σεπτέμβρη 1822 ο Βαρνακιώτης κατόπιν απόφασης του Εκτελεστικού Σώματος, που είχε προκύψει από την Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, και η οποία εκτιμά «την εις τα πολεμικά εμπειρίαν του και τον υπέρ πατρίδος διακαή ζήλον του», αναλαμβάνει, ως στρατηγός, τη γενική διεύθυνση όλων των στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Δυτική Χέρσο Ελλάδα. Πριν καν συμπληρωθεί μήνας όμως, στις 11 Οκτώβρη, το Βουλευτικό Σώμα κρίνει αναγκαίο «να ψηφισθή στρατηγός κατά πάσαν την Δυτικήν Ελλάδα αντί του επαράτου Γεωργίου Νικολού Βαρνακιώτη» ο Μάρκος Μπότσαρης. Σε λιγότερο από έναν μήνα ο «πολύπειρος» και «ζηλωτής» στρατηγός έγινε … «επάρατος»!
Τί είχε μεσολαβήσει; Παρά την αντιφατικότητα των πηγών μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως ο Βαρνακιώτης, όπως άλλωστε το σύνολο των οπλαρχηγών αλλά και ο ίδιος ο Μαυροκορδάτος, διατηρούσε επικοινωνία με την πλευρά των Αλβανών, ξέχωρα με τον Ομέρ Βρυώνη με τον οποίον υπήρξαν αδερφοποιητοί. Μετά τη μάχη του Αετού και με γραπτή εντολή του Μαυροκορδάτου ο Βαρνακιώτης επιδίωξε να κερδίσει χρόνο αξιοποιώντας τα περίφημα «καπάκια», τις προσωρινές ανακωχές που ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένες μεταξύ Ελλήνων και Τουρκαλβανών οπλαρχηγών.
Ο Μαυροκορδάτος τον κατηγόρησε για «προδοσία», συγκάλεσε συμβούλιο στο Μεσολόγγι, όπου παρουσίασε μαρτυρίες και έγγραφα που, κατά τον ίδιο, αποδείκνυαν ότι ο Βαρνακιώτης είχε συμφωνήσει να παραδώσει περιοχές του Βάλτου στους Οθωμανούς με αντάλλαγμα ασφάλεια και αξιώματα. Η κατηγορία συνοψιζόταν σε τρία σημεία: Απειθαρχία στις στρατιωτικές εντολές της Διοίκησης, μυστικές επαφές με τον εχθρό χωρίς έγκριση και πρόθεση συνεργασίας για παράδοση θέσεων στρατηγικής σημασίας.
Ο Βαρνακιώτης δεν παρουσιάστηκε για να απολογηθεί. Αντίθετα, τον Σεπτέμβριο του 1822 αποχώρησε από το Μεσολόγγι, πέρασε στις τουρκικές γραμμές και εντάχθηκε στην υπηρεσία του Κιουταχή. Σύμφωνα με τον Finley έλαβε τον τίτλο του «Μιραλάη» (συνταγματάρχη). Στην Α΄πολιορκία του Μεσολογγίου θα ακολουθήσει τον Ομέρ Βρυώνη ως σύμβουλος χωρίς συμμετοχή στις επιχειρήσεις ενώ αντίθετα φαίνεται πως μετέφερε κρίσιμες πληροφορίες στους πολιορκημένους, είναι σχεδόν βέβαιο πως με δική του πρωτοβουλία ειδοποιήθηκαν οι πολιορκημένοι για την επίθεση των Οθωμανών τα Χριστούγεννα του 1825, με αποτέλεσμα τον θρίαμβο των Ελλήνων.
Η πορεία προς τη αποκατάσταση
Μετά την Α΄πολιορκία θα αποσυρθεί στα Επτάνησα όπου θα προσπαθεί για τα επόμενα 5 χρόνια να αποδείξει την αθωότητά του. Οι παλιοί συμπολεμιστές του δεν τον θεωρούσαν προδότη. Στην κορύφωση της Β΄Πολιορκίας του Μεσολογγίου πήρε την πρωτοβουλία ο Καραϊσκάκης να απευθυνθεί στον παροπλισμένο Γ. Βαρνακιώτη προσπαθώντας να τον επαναφέρει στις γραμμές των επαναστατών. Αρχικά, με επιστολή στις 13 Σεπτέμβρη 1825, τον προτρέπει συναντηθεί με τον Δήμο Τσέλιο, παλιό κοινό συναγωνιστή τους.
Δεν είναι γνωστό αν έγινε αυτή η συνάντηση, πάντως ο Βαρνακιώτης απάντησε, όπως φαίνεται από νέα επιστολή που του απευθύνει ο Καραϊσκάκης στις 25 Σεπτέμβρη και αυτή τη φορά τη συνυπογράφουν και άλλοι επιφανείς οπλαρχηγοί της περιοχής. Στην επιστολή δίνουν εγγυήσεις για την αποκατάσταση του Βαρνακιώτη σε όλα τα επίπεδα. Δυστυχώς, η προσπάθεια αυτή δεν θα στεφθεί με επιτυχία, η επανένταξη του Βαρνακιώτη θα είχε καθοριστική σημασία. Οι δύο αυτές επιστολές δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά το 1893 από τον Νέαρχο Φυσεντζίδη.
Τελικά θα επιτύχει την αποκατάσταση τον Δεκέμβρη του 1827 και πήρε μέρος στις τελευταίες επιχειρήσεις. Όταν ο Καποδίστριας επισκεφθεί ως Κυβερνήτης τη δυτική Στερεά Ελλάδα, στις αρχές τους 1828, ο «προδότης» όχι μόνο θα επιστρέψει επίσημα στην Επανάσταση, στις 29 Φλεβάρη 1828, αλλά και, σε μια κίνηση υψηλού συμβολισμού, σε αυτόν θα αναθέσει ο Κυβερνήτης την τιμητική αποστολή να παραλάβει το Μεσολόγγι μετά την παράδοση των Οθωμανών. Η εμπιστοσύνη του Καποδίστρια προς το Βαρνακιώτη ήταν απόλυτη. Τον ονόμασε χιλίαρχο, και το 1830 πρόεδρο του «Στρατιωτικού Δικαστηρίου» της Δυτικής Ελλάδας. Τον επόμενο χρόνο εκλέχτηκε πληρεξούσιος της επαρχίας Ξηρομέρου στην Ε’ Εθνική Συνέλευση. Τέλος το 1836 με την απονομή νέων βαθμών του απονεμήθηκε από το βασιλιά ‘Οθωνα ο βαθμός του αντισυνταγματάρχη.
Σήμερα η κυρίαρχη άποψη θεωρεί τον Βαρνακιώτη θύμα των ραδιουργιών του Μαυροκορδάτου, γεγονός που προκύπτει από τις πηγές. Άμεση συνέπεια ήταν η επανάσταση να χάσει έναν σπουδαίο στρατιωτικό ηγέτη. Αυτό δεν αλλάζει το γεγονός πως στο μεγάλο κάδρο της σύγκρουσης ο Μαυροκορδάτος εκπροσωπούσε την τάση συγκρότησης σύγχρονου κράτους με κεντρική διοίκηση ενώ ο Βαρνακιώτης τον αναχρονιστικό θεσμό των τοπαρχιών, ένα φεουδαρχικό κατάλοιπο. Η προσέγγιση λοιπόν με όρους «καλού – κακού» δεν αποδίδει την πραγματικότητα. Με τη σειρά της η διαπίστωση αυτή δεν δικαιώνει τον άμετρο αμοραλισμό του Μαυροκορδάτου.
Η ιστορία τον αποκατάστησε, η ποίηση όμως;
Αξίζει όμως να σταθούμε σε μια παράμετρο που ανέδειξε ο Παντελής Μπουκάλας: Το γεγονός πως, παρά την «απόφαση» της πλειοψηφίας των ιστορικών, η κοινωνική συνείδηση, όπως εκφράζεται από την ποίηση, τον Βαρνακιώτη τον καταδίκασε:
«Μπορεί ο Βαρνακιώτης να αποκαταστάθηκε το 1827, μπορεί το 1830 να ονομάστηκε χιλίαρχος από τον Ιωάννη Καποδίστρια, που εμπιστευόταν τον οπλαρχηγό από την αρχή της γνωριμίας τους στη Λευκάδα, το 1807, και μέχρι τέλους· μπορεί πολλοί ιστορικοί, συγκαιρινοί του και μεταγενέστεροι, να τον απαλλάσσουν από τις εις βάρος του κατηγορίες, η ποίηση όμως, η προσωπική και η δημοτική, δεν παλινώδησε ποτέ. Δεν αναψηλάφησε καν το ζήτημα. Επέμεινε στο καταδικαστικό πόρισμά της, το οποίο τελικά κυριάρχησε.»
Ο Μπουκάλας παραθέτει αποσπάσματα από δημοτικά τραγούδια:
«…Εγώ, πασά, δεν προσκυνώ, σαν τον τουρκο-Γιωργάκη (σ.σ. Βαρνακιώτη),
που πρόδωσε τ’ αδέρφια του»
Σφοδρότατα επιτιμητικό ήταν και το ποίημα «Ιστορία της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος», που αποδίδεται στον Στασινό Μικρούλη. Το εν λόγω «Ποίημα απλούν» τυπώθηκε στο Μεσολόγγι το 1824, στο τυπογραφείο του Δημητρίου Μεσθενέως, ο οποίος ήταν ο τυπογράφος των «Ελληνικών Χρονικών», της εφημερίδας του Ελβετού φιλέλληνα Meyer που απηχούσε τις πολιτικές απόψεις του Μαυροκορδάτου:
«Να πω για τ’ Ανατολικό κι αυτό το Μισολόγγι,
οπού κατέβηκ’ η Τουρκιά κι οι Αρβανίτες όλοι.
Τους άφηκε και πέρασαν σκύλος ο Βαρνακιώτης
οπού ’τον Τούρκος-χριστιανός, Ιούδας και προδότης.
Αυτός, ήταν ο διάβολος μέσα του φυλαμένος
κι ο πρίγκιψ ο Αλέξανδρος δεν το ’ξευρ’ ο καημένος,
μόν’ έλεγε ότ’ ήτονε πιστός και πατριώτης,
κι αυτός ήτον ο σατανάς, κι ήτον κακός προδότης.
Να θελ’ αστράψ’ ο ουρανός να τονε κατακάψει!
Στην προδοσιάν οπού ’καμε, και ποίος να μην κλάψει;
Επρόδωσε τ’ αδέλφια του και όλους τους δικούς του,
κανένας δεν τους ήξευρε τους διαλογισμούς του.»
Ο Μπουκάλας εύστοχα παρατηρεί πως το ανεξίτηλο στίγμα του «προδότη» που ακολουθεί τον Βαρνακιώτη το έδωσε ο Αντρέας Κάλβος με την περίφημη «Ωδή» του «Εις τον προδότην»:
«Εγύρισε ταις πλάταις του·
φεύγει, φεύγει ο προδότης·
αλαμπή σέρνει τ’ άρματα
φαρμακερά, το στήθος του
έγινεν άδης.
Τον σταυρόν και τους Έλληνας
άφησ’ οπίσω, εξάπλωσεν
αδελφικώς την χείρά του
στους τούρκους κ’ επροσκύνησε
βάρβαρον νόμον.
Τον συντροφεύει ολόμαυρον,
μέγα εναέριον σύγνεφον·
κρέμεται ακόμα ατίνακτον
αστροπελέκι επάνω του,
κ’ άγρυπνος μοίρα.
Ω Βαρνακιώτη· τρέχεις,
και ο κτύπος των ποδών σου
αντιβομβεί, ωσάν να ’τρεχες
επί τον κούφιον θόλον
βαθείας αβύσσου.»
Ο Μπουκάλας καταλήγει στο συμπέρασμα πως: «Εκείνο που εμείς ξέρουμε πάντως είναι ότι ορισμένες φορές η ποίηση, ακόμα κι αν δεν είναι σπουδαιότερη της ιστορίας, είναι ισχυρότερή της.» Ως απόδειξη αναφέρει το γεγονός ότι ένας κορυφαίος ποιητής, ο Κώστας Βάρναλης, προσυπογράφει το κατηγορητήριο του Κάλβου. Σε κείμενό του στην «Αυγή», τα Χριστούγεννα του 1955, με τίτλο «Χριστουγεννιάτικοι στοχασμοί» και υπότιτλο «Αφρίζουν τα ποτήρια της αδικίας» γράφει για τον Κάλβο:
««Όσο θα υπάρχουν αιώνες θα στέκουν υποδείγματα ηθικού μεγαλείου οι δύο περίφημες ωδές του: “Εις Προδότην” και “Ευχαί”». Είναι πολύ επίκαιρες ωδές. Αυτές μπορούνε να περάσουνε την άβυσσο, που αχολογά από τους βρόντους των αλυσίδων, από τα βογγητά και τους θρήνους των αιχμαλώτων και να τους εξυψώσουνε το φρόνημα και να τους φτερώσουνε την ελπίδα της… “ειρήνης” […] Αλλ’ αν τους Βαρνακιώτηδες και τους Νενέκους και τους “προσκυνημένους” και τους Γραικύλους τούς ξέρουν οι λαοί, τους “προστάτες” δύσκολα τους ξέρουν».
Δύσκολη η απάντηση στο ερώτημα αν η ποίηση είναι ισχυρότερη της ιστορίας. Το σίγουρο είναι πως στην περίπτωση του Βαρνακιώτη η ποίηση κι οι ποιητές στάθηκαν άδικοι…
Επίλογος
Τελικά, ήταν «ήρωας» ή «προδότης»; Τίποτα από τα δύο, γέννημα της εποχής ήταν, μιας εποχής γεμάτης αντιφάσεις, και θύμα της δύσκολης και επώδυνης διαδικασίας συγκρότησης εθνικού κράτους. Όπως και στο σύνολο των ευρωπαικών εθνών η διαδικασία πέρασε μέσα από εμφύλιες συγκρούσεις. Η αποτίμηση με δίπολα «καλού – κακού» ή πολύ περισσότερο «φιλολαικού – αντιλαικού» συγκρούεται με την ιστορική πραγματικότητα.
Όλοι σχεδόν οι πρωταγωνιστές της επανάστασης ήταν και «άγγελοι και διάβολοι», για να χρησιμοποιήσουμε την διάσημη φράση με την οποία χαρακτήρισε τον εαυτό του ο Καραισκάκης που και αυτός έπαιζε διπλά παιχνίδια, συγκρούστηκε με τον Μαυροκορδάτο, καταδικάστηκε ως «προδότης» και μετά τιμήθηκε ως ήρωας από πολιτικούς απόγονους όσων τον δίκασαν. Η διαφορά με τον Βαρνακιώτη είναι η ποίηση, όπως εξαιρετικά εύστοχα επισήμανε ο Π. Μπουκάλας!
(Ο Σπύρος Αλεξίου είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας- Το τελευταίο του βιβλίο «Προδομένο Μεσολόγγι» κυκλοφορεί ήδη στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις «Τόπος»)































