Οι μεγάλες καθυστερήσεις στην απονομή των επικουρικών συντάξεων, που σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνουν έως και τα τρία χρόνια, σε συνδυασμό με τις περίπου 30.000 εκκρεμείς αιτήσεις, επαναφέρουν στο προσκήνιο τις αδυναμίες του ασφαλιστικού συστήματος. Σε αυτό το περιβάλλον, το υπουργείο Εργασίας προωθεί νέα ρύθμιση εντός Μαΐου για την επιτάχυνση των διαδικασιών, αλλάζοντας τον τρόπο απονομής τους μέσω παρέμβασης στο άρθρο 96Α του νόμου 4387/2016.
Πλέον στις περιπτώσεις που ένας ασφαλισμένος έχει χρόνο ασφάλισης σε περισσότερους από έναν φορείς επικουρικής ασφάλισης –όλοι πλέον ενταγμένοι στον e-ΕΦΚΑ– η απονομή της επικουρικής σύνταξης θα γίνεται από τον τελευταίο φορέα στον οποίο υποβάλλεται η αίτηση.
Τα διαθέσιμα στοιχεία καταδεικνύουν το μέγεθος του προβλήματος. Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής για το πρώτο τρίμηνο του 2026, οι αιτήσεις για επικουρική σύνταξη ανήλθαν τον Δεκέμβριο του 2025 σε 41.039, αυξημένες κατά 1.281 σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Παράλληλα, οι ληξιπρόθεσμες αιτήσεις –εκείνες δηλαδή για τις οποίες έχει παρέλθει διάστημα άνω των 90 ημερών από την έκδοση της κύριας σύνταξης– έφτασαν τις 32.702, παρουσιάζοντας οριακή αύξηση.
Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΦΚΑ, οι εκκρεμείς επικουρικές συντάξεις υπολογίζονται σε περίπου 30.000, επιβεβαιώνοντας ότι πρόκειται για τη μεγαλύτερη «δεξαμενή» καθυστερήσεων στο σύστημα απονομής. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο αριθμητικό αλλά και ποιοτικό, καθώς σε πολλές περιπτώσεις οι καθυστερήσεις ξεπερνούν τα τρία έτη, ενώ δεν είναι σπάνιο να φτάνουν ακόμη και τα πέντε χρόνια.
Οι καθυστερήσεις αυτές έχουν άμεσες συνέπειες για τους συνταξιούχους, οι οποίοι παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς ένα σημαντικό μέρος του εισοδήματός τους. Ιδίως σε περιπτώσεις χαμηλοσυνταξιούχων, η επικουρική σύνταξη αποτελεί κρίσιμο πυλώνα οικονομικής επιβίωσης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η νέα ρύθμιση επιχειρεί να απλοποιήσει ριζικά τη διαδικασία απονομής, ιδίως στις περιπτώσεις διαδοχικής ασφάλισης εντός του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης.
Με το νέο καθεστώς προβλέπονται τα εξής:
-Την αρμοδιότητα για την έκδοση της επικουρικής σύνταξης αναλαμβάνει ο τελευταίος φορέας ασφάλισης στον οποίο ήταν ασφαλισμένος ο εργαζόμενος πριν από τη συνταξιοδότησή του, ανεξάρτητα από το πού έχει συγκεντρώσει τον μεγαλύτερο χρόνο ασφάλισης. Η αλλαγή αυτή καταργεί ένα περίπλοκο σύστημα καθορισμού αρμοδιότητας που βασιζόταν σε συγκρίσεις ασφαλιστικού χρόνου.
-Καταργείται η χρονοβόρα εσωτερική αλληλογραφία μεταξύ των υπηρεσιών για τον προσδιορισμό του αρμόδιου φορέα. Μέχρι σήμερα, η διαδικασία αυτή μπορούσε να διαρκέσει μήνες, καθυστερώντας σημαντικά την τελική απονομή.
-Όλος ο χρόνος διαδοχικής επικουρικής ασφάλισης αντιμετωπίζεται πλέον ως ενιαίος εντός του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης και όχι μόνο η συμπλήρωση της 15ετίας που ίσχυε ως βασικό κριτήριο. Αυτό σημαίνει ότι το σύνολο του ασφαλιστικού βίου λαμβάνεται υπόψη με ενιαίο τρόπο.
-Οι χρόνοι αναμονής αναμένεται να μειωθούν δραστικά, καθώς εισάγεται ένα μοντέλο ταχύτερης, «fast-track» απονομής.
Η σημαντικότερη πρακτική συνέπεια της νέας ρύθμισης είναι ότι η επικουρική σύνταξη εκτιμάται πως θα εκδίδεται σχεδόν ταυτόχρονα με την κύρια σύνταξη. Με άλλα λόγια, μόλις ολοκληρώνεται η απονομή της κύριας, θα ακολουθεί άμεσα και η επικουρική, χωρίς την πολύμηνη ή πολυετή αναμονή που παρατηρείται σήμερα.
Η ανάγκη για αυτή την παρέμβαση συνδέεται άμεσα με τις μεταβολές στην αγορά εργασίας. Η αυξημένη κινητικότητα των εργαζομένων, η αλλαγή επαγγελματικών κλάδων και η διαδοχική ασφάλιση σε διαφορετικά ταμεία δημιούργησαν ένα εξαιρετικά σύνθετο διοικητικό περιβάλλον, το οποίο το προηγούμενο σύστημα αδυνατούσε να διαχειριστεί αποτελεσματικά.
Τα τελευταία χρόνια αν και έχει σημειωθεί πρόοδος στην απονομή των κύριων συντάξεων, κυρίως μέσω της ψηφιοποίησης και της επιτάχυνσης διαδικασιών. Ωστόσο, οι επικουρικές παρέμειναν πίσω, λόγω της πολυπλοκότητας και των διασταυρώσεων μεταξύ πρώην ταμείων.
Η νέα ρύθμιση φιλοδοξεί να καλύψει αυτό το κενό, εισάγοντας μια πιο ενιαία και λειτουργική προσέγγιση. Ωστόσο, η επιτυχία της θα εξαρτηθεί από κρίσιμους παράγοντες, όπως η πληρότητα των ψηφιακών αρχείων, η διαλειτουργικότητα των συστημάτων και η επαρκής στελέχωση των υπηρεσιών.































