Ο Γιώργος Σιακαντάρης και η ομάδα του από το Ινστιτούτο Τσίπρα δεν φιλοδόξησαν, προφανώς, να συγγράψουν κάτι ανάλογο του Κομμουνιστικού Μανιφέστου. Παρά ταύτα, πέτυχαν — άμα τη εμφανίσει — να πλανιέται το φάντασμα του Τσίπρα πάνω από την Ελλάδα, προκαλώντας ποικίλες και έντονες αντιδράσεις. Το σύνολο σχεδόν των αρνητικά διακείμενων βάζω στοίχημα ότι δεν μπήκε στον κόπο να διαβάσει το κείμενο. Μερικοί μάλιστα επαίρονται γι' αυτό. «Σιγά μην το διαβάσω» γράφουν, σαν η αδιαφορία να ήταν επιχείρημα.
Όλοι σχεδόν έστρεψαν τα βέλη ή τα μπράβο τους στον Τσίπρα, που προφανώς αποδέχεται το κείμενο του Ινστιτούτου του — χωρίς όμως αυτό να σημαίνει υποχρεωτικά συμφωνία σε κάθε λεπτομέρεια, αλλά στη γενική κατεύθυνση. Είναι άδικο απέναντι στον Σιακαντάρη και στην ομάδα των συγγραφέων, που είναι αυτοτελείς προσωπικότητες με πλήρη αυτονομία. Φαίνεται ωστόσο ότι ήταν αναπόφευκτο: όταν ένα κείμενο συνδέεται έστω και χαλαρά με ένα πολιτικό πρόσωπο, οι αναγνώστες — και κυρίως οι μη-αναγνώστες — αντιδρούν στο πρόσωπο και όχι στο κείμενο.
Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Γιατί το κείμενο αξίζει μια ανάγνωση - και μάλιστα προσεκτική.
Η βασική ιδέα του κειμένου
Το Μανιφέστο δεν είναι εκλογικό πρόγραμμα, ούτε κομματική διακήρυξη. Είναι μια απόπειρα ιδεολογικής ανασύνθεσης σε έναν χώρο που δεν έχει πολυτέλεια να αφήνει άλλο χρόνο να περνά. Η κεντρική του θέση είναι απλή αλλά τολμηρή: η σύγκλιση τριών ρευμάτων — της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας — δεν είναι εκλογική τακτική αλλά ιστορική αναγκαιότητα. Η Σοσιαλδημοκρατία οφείλει να εγκαταλείψει τις λογικές της αδρανούς διαχείρισης και να ανακτήσει ριζοσπαστική αιχμή. Η Ριζοσπαστική Αριστερά οφείλει να συνδέσει την κριτική της στο σύστημα με εφαρμόσιμες προτάσεις διακυβέρνησης. Και η Πολιτική Οικολογία οφείλει να σταματήσει να κοιτά μόνο τους θερμοστάτες και να γίνει οριζόντιος άξονας μιας νέας παραγωγικής αντίληψης. Κανένα από τα τρία ρεύματα δεν μπορεί να κυβερνήσει μόνο του. Μαζί, μπορούν.
Οι επικριτές επισημαίνουν ότι η σύνθεση αυτή έχει ξαναδοκιμαστεί και έχει αποτύχει. Έχουν ένα μερικό δίκιο: οι συγκλίσεις στην Αριστερά πάσχουν συχνά από εγωισμούς, ιστορικές κακίες και πρόσωπα που δεν χωρούν στο ίδιο δωμάτιο. Το Μανιφέστο γνωρίζει αυτόν τον κίνδυνο. Το ιστορικό δίλημμα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση» που σφράγισε — και δίχασε — την ευρωπαϊκή Αριστερά τον 20ό αιώνα, το θεωρεί ξεπερασμένο. Η σύγχρονη Αριστερά, λέει, δεν ορίζει πολιτική ως τέχνη του εφικτού, αλλά ως διεύρυνση των ορίων του εφικτού. Αυτό δεν είναι σύνθημα· είναι μια απάντηση στον ρεαλισμό που έγινε δικαιολογία για ακινησία.
Το Μανιφέστο δημοσιεύεται σε μια στιγμή που η Ελλάδα — και η Ευρώπη — βρίσκονται σε σταυροδρόμι χωρίς προφανή σηματοδότηση. Σε αυτές τις συνθήκες, προσπαθεί να προσφέρει κάτι που λείπει οδυνηρά από τον αριστερό χώρο: ένα συνεκτικό αφήγημα. Παγκοσμίως, η άνοδος της ακροδεξιάς — από τη Βουδαπέστη μέχρι το Παρίσι και την Ουάσινγκτον — έχει αναδείξει ότι η Αριστερά δεν χάνει από ισχυρότερες ιδέες, αλλά από ιδέες που γίνονται πιο εύκολα κατανοητές από αγχωμένους ανθρώπους. Η κλιματική κρίση ανεβάζει τη στάθμη στον Νότο της Ευρώπης. Οι ανισότητες ανακτούν επίπεδα προπολεμικής εποχής. Η τεχνητή νοημοσύνη ανατρέπει αγορές εργασίας και κοινωνικές συμβάσεις, χωρίς κανείς να έχει ετοιμάσει ασπίδα για τους πιο ευάλωτους. Σε αυτό το πλαίσιο, ένα κείμενο που προτείνει σύνθεση αντί διάσπασης, ρεαλισμό χωρίς παραίτηση από τις αξίες, και οικολογία ως πυρήνα ανάπτυξης και όχι ως πολυτέλεια προοδευτικών αστών, δεν είναι απλώς έγκαιρο. Είναι αναγκαίο.
Οι κριτικές στο Μανιφέστο
Α. Η κυβέρνηση και η φρουρά των μεταμελημένων
Οι κριτικές από την κυβερνητική παράταξη και τη φρουρά των ακροκεντρώων και μεταμελημένων ήταν αναμενόμενες — και τις συμπύκνωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Ήταν η γραμμή «δεν δικαιούται να ομιλεί». Πρακτικά, επιβεβαίωσε τον φόβο τους από το φάντασμα του Τσίπρα — που όχι απλώς μιλά, αλλά επανέρχεται.
Β. Το ΠΑΣΟΚ: ανάμεσα στη γκρίνια και τον καθρέφτη
Ενδιαφέρουσα είναι η αντίδραση των εκπροσώπων του ΠΑΣΟΚ στις τηλεοπτικές συζητήσεις και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Άλλοι μιλούν για γενικολογίες, άλλοι ισχυρίζονται ότι πρόκειται απλώς για αντιγραφή θέσεων του ΠΑΣΟΚ — «τα έχει πει όλα ο Ανδρέας, ο Σημίτης, ο Γιώργος Παπανδρέου». Η κριτική αυτή θυμίζει έντονα εκείνη που ασκούσε η Αριστερά τα χρόνια της κυριαρχίας του ΠΑΣΟΚ: «μας κλέβει ιδέες, συνθήματα και ψήφους». Όπως όλοι θυμόμαστε, δεν πήγε πολύ καλά αυτή η γκρίνια.
Από όλα αυτά επιλέγω να αντικρούσω την κριτική του Θανάση Χειμωνά, συγγραφέα και σταθερού ΠΑΣΟΚου, γιατί εδράζεται σε μια βάση ευρύτατα αποδεκτή από τους πολύχρωμους πολέμιους του Τσίπρα: ότι λόγω βεβαρημένου παρελθόντος και έλλειψης αξιοπιστίας δεν μπορεί κανείς να τον εμπιστευτεί, ακόμη κι αν λέει τώρα τα πιο σωστά πράγματα. Σε κάθε περίπτωση, είναι πιο συγκεκριμένη από τα μουρμουρητά του επίσημου ΠΑΣΟΚ.
Γράφει ο Χειμωνάς: «Διάβασα αυτό το Μανιφέστο της Κυβερνώσας Αριστεράς και, ομολογώ, με ελάχιστες μόνο επιμέρους ενστάσεις, το βρήκα εξαιρετικό. Ωστόσο, μου γεννήθηκε μια βασική απορία: γιατί να επενδυθεί ένα τόσο ισχυρό πολιτικό κείμενο σε έναν τύπο σαν τον Τσίπρα;… Ένα τέτοιο δυναμικό κείμενο θα μπορούσε να αποτελέσει αφετηρία για μια νέα, άφθαρτη γενιά πολιτικών… Ο Τσίπρας του "Go Back κυρία Μέρκελ", του "Πινοτσέτ" και του Δημοψηφίσματος απλώς δεν μπορεί να υπηρετήσει αυτόν τον ρόλο».
Εδώ είναι φανερό ότι η προσωπική αντιπάθεια προς το πρόσωπο εμποδίζει τον Χειμωνά — και τους πολέμιους αυτής της κατηγορίας — να αποδεχθούν ότι ο Τσίπρας στροφή έκανε το 2015 και αξιόπιστος ήταν κατά τη διαπραγμάτευση, όπως αναγνωρίζει ρητά στο βιβλίο της η κατεξοχήν αρμόδια: η Άνγκελα Μέρκελ. Εν έτει 2026, δεν απαντούν πλέον στον Τσίπρα — συνεχίζουν να απαντούν στον Λαφαζάνη. Και το εξαιρετικό κείμενο, όπως το αποκαλεί ο ίδιος ο Χειμωνάς, δεν μπορεί να διαχωριστεί από τον Τσίπρα — όπως δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι έπρεπε να επανέλθει ο ίδιος στον πολιτικό στίβο για να ασχοληθούμε με ένα τέτοιο κείμενο.
Τέλος, ένας σταθερός υποστηρικτής του Ανδρέα Παπανδρέου, όπως ο Χειμωνάς, θα έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικός όταν κρίνει αυστηρά την αξιοπιστία άλλων. Το ΠΑΣΟΚ και ο Ανδρέας — του «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ, το ίδιο συνδικάτο» και του «Έξω οι βάσεις του θανάτου» — όταν δεν μπόρεσαν να υλοποιήσουν αυτά τα δημοφιλή συνθήματα στην εξουσία, εξαπάτησαν τους πολίτες; Ή μήπως καβάλησαν ένα ρεύμα και αντί να το αφήσουν να σπάσει πάνω στα βράχια της πραγματικότητας, το διοχέτευσαν σε ρεαλιστικές εξόδους ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων; Και αν αυτό ήταν νόμιμο για τον Ανδρέα και το ΠΑΣΟΚ, γιατί δεν ήταν εξίσου — και περισσότερο — νόμιμο για τον Τσίπρα, λόγω των εξαιρετικά δυσχερών συνθηκών στις οποίες είχε περιέλθει η χρεωκοπημένη χώρα; Η κριτική αυτή γειτνιάζει αντικειμενικά με εκείνη της κυβέρνησης και της φρουράς που αρνείται στον Τσίπρα να εξελιχθεί σε αυτό που ο ίδιος χαρακτήρισε «ένας διαφορετικός Τσίπρας». Και στις δύο περιπτώσεις επιβεβαιώνεται, από διαφορετική οπτική, ο φόβος από το φάντασμά του — με όποια μορφή τρομάζει τον ύπνο τους.
Γ. Το ΚΚΕ και η Ριζοσπαστική Αριστερά: ο καθένας με την ατζέντα του
Η κριτική του ΚΚΕ ήταν απολύτως αναμενόμενη και μηδενιστική — εφόσον για το κόμμα αυτό η Κυβερνώσα Αριστερά δεν υφίσταται στην παρούσα ζωή. Γενικόλογη και χωρίς αιχμές τη βρήκε ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης, ενώ πολλοί υποστηρικτές της Ριζοσπαστικής Αριστεράς επικεντρώθηκαν στην «ύποπτη» απουσία της λέξης «Ισραήλ» — σαν να μην αρκούσε η αναφορά στη «γενοκτονία της Γάζας», σαν να υπήρχε περίπτωση ο αναγνώστης να φανταστεί διαφορετικό θύτη από τον Νετανιάχου. Ο ορισμός των μαχών οπισθοφυλακής, άνευ αντικρίσματος.
Δ. Οι εποικοδομητικές κριτικές: Α. Λιάκος και Αγγ. Τσέκερης
Υπάρχουν, τέλος, εποικοδομητικές κριτικές που αναγνωρίζουν τη συμβολή του Μανιφέστου στον εν εξελίξει διάλογο, επισημαίνουν κενά, θέτουν ερωτήματα και προβάλλουν αντιρρήσεις. Ξεχωρίζω τις προσεγγίσεις του Αντώνη Λιάκου και του Αγγέλου Τσέκερη.
Τα τέσσερα ζητήματα που επισημαίνει ο Λιάκος ως επείγοντα — το δημογραφικό, το νέο παραγωγικό μοντέλο, η ένταξη των μεταναστών και οι διεθνείς προσανατολισμοί στη νέα συγκυρία — είναι κρίσιμα για το πρόγραμμα του υπό ίδρυση κόμματος, εκεί άλλωστε τα εντάσσει και ο ίδιος. Επισημαίνει επίσης ως αδυναμία την απουσία αναφοράς στο ρεύμα του Ευρωκομμουνισμού και της Ανανεωτικής Αριστεράς — από τη μήτρα των οποίων προήλθαν τόσο ο Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ. Έχει δίκιο. Εικάζω ότι οι συγγραφείς ενσωματώνουν αυτά τα ρεύματα στην κατηγορία της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, αφού οι Μπερλινγκουέρ, Καρίγιο και Μαρσέ ουδέποτε εντάχθηκαν στον χώρο της Σοσιαλδημοκρατίας. Ωστόσο, μια έστω σύντομη αναγνώριση αυτής της παράδοσης θα έδινε στο Μανιφέστο βαθύτερες ρίζες — και θα το προστάτευε από την κατηγορία ότι παρουσιάζει ως πρωτότυπο κάτι που έχει ήδη διανυθεί, με τα επιτεύγματα, τις αντιφάσεις και τα διδάγματά του.
Τόσο ο Λιάκος όσο και ο Τσέκερης, με διαφορετικό τρόπο ο καθένας, θέτουν το ίδιο βαθύτερο ερώτημα: τι πας να γεφυρώσεις όταν δεν έχεις πρώτα εμβαθύνει στους λόγους της αποτυχίας και των τριών ρευμάτων — Αριστεράς, Σοσιαλδημοκρατίας, Οικολογίας; Είναι γεγονός ότι, με εξαιρέσεις όπως ο Σάντσεθ και εφήμερα ξεπετάγματα εδώ κι εκεί, και τα τρία ρεύματα βρίσκονται στην Ευρώπη σε υποχώρηση. Το ερώτημα είναι σοβαρό. Δεν ακυρώνει όμως την ανάγκη της σύνθεσης — την καθιστά απλώς πιο επείγουσα.
Συμφωνώ με τον Τσέκερη όταν γράφει «Το πρώτο που προσπαθεί να δηλώσει το κείμενο είναι ότι ο νέος φορέας που βρίσκεται στα σκαριά είναι πολυσυλλεκτικός και δεν σκοπεύει να περιοριστεί στα όρια της Αριστεράς. Αυτό εξ άλλου έχει δηλωθεί ήδη με πάρα πολλούς τρόπους». Να το ενισχύσω: το ζήτημα δεν περιορίζεται στην σύγκλιση των τριών ρευμάτων αλλά σε ένα νέο πολιτικό υποκείμενο, ένα κόμμα-παράταξη ή ένα κόμμα-μέτωπο, σαν αυτά που ανθούν σε κάποιες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Η ιδέα ήταν στο μυαλό του Τσίπρα μετά το 2019. Αν δεν προχώρησε για πολλούς αντικειμενικούς και υποκειμενικούς λόγους και σφάλματα επιλογών δεν σημαίνει ότι ήταν λάθος.
Σε κάθε περίπτωση η συζήτηση ξεκίνησε. Προχωράμε!






























