Ίσως την πιο κρίσιμη, μέχρι στιγμής, πράξη του θεσμικού δράματος των υποκλοπών να αποτέλεσε η ακροαματική διαδικασία και η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με πρόεδρο τον Νικόλαο Ασκιανάκη και εισαγγελέα τον Δημήτριο Παυλίδη, όπου καταδικάστηκαν οι τέσσερις κατηγορούμενοι για πλημμεληματικές κατηγορίες που αφορούν την εγκατάσταση και χρήση του κακόβουλου λογισμικού Predator. Αυτοί οι δύο χαμηλόβαθμοι δικαστικοί λειτουργοί φάνηκε να διασώζουν την τιμή της ελληνικής δικαιοσύνης, μέχρι που την περασμένη Δευτέρα ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έκρινε ότι δεν υπάρχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την επανεξέταση του σκανδάλου, προκαλώντας έκπληξη και οργή στον νομικό κόσμο και την κοινωνία.
Τι έχει προηγηθεί; Οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες για τη διευθέτηση της υπόθεσης είχαν ευτελιστεί, η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών αποδυναμώθηκε και ο πρόεδρός της Χρήστος Ράμμος λοιδορήθηκε από την κυβέρνηση, τα ευρήματα της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα υπό την προεδρία του Κωνσταντίνου Μενουδάκου δεν αξιοποιήθηκαν από τη δικαστική εξουσία, η Εθνική Αρχή Διαφάνειας συνέταξε ένα επιφανειακό πόρισμα, που αντί να αναζητάει ευθύνες έκλεινε την υπόθεση και η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, στην οποία είχε μεταφερθεί η εισαγγελική έρευνα από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, αρχειοθέτησε την υπόθεση.
Σε εκείνο το χρονικό σημείο, όταν όλα έδειχναν ότι το ελληνικό Γουότεργκεϊτ θα οδηγούνταν σε πλήρη συγκάλυψη, υπήρξε αυτό που εύστοχα αποκλήθηκε «δικονομική ρωγμή», δηλαδή η παραπομπή τεσσάρων από τους εμπλεκόμενους στο Predator στη χαμηλότερη βαθμίδα της ποινικής δικαιοσύνης, όπου όχι μόνο καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι σε πολυετείς ποινές 126 ετών και 8 μηνών στον καθένα με εκτιτέα τα 8 χρόνια, αλλά ιδίως αποκαλύφθηκαν όψεις της υπόθεσης που οδήγησαν το δικαστήριο να διαβιβάσει τη δικογραφία για περαιτέρω έρευνα στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου με βάση τα νέα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που προέκυψαν.
Και σε εκείνο το χρονικό σημείο αποφάσισε να μιλήσει δημόσια ο ένας από τους πρωτόδικα καταδικασθέντες, λέγοντας όσα δεν είχε πει στο δικαστήριο: Ο Ισραηλινός ιδιοκτήτης της διαβόητης Intellexa και του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator, Ταλ Ντίλιαν, με δηλώσεις του αποδίδει στην Κυβέρνηση την ευθύνη για τις παράνομες τηλεφωνικές παρακολουθήσεις. Όπως είπε, «είναι ακόμα πιο σοβαρό έγκλημα να οργανώνεται μια συνωμοτική εγκληματική πράξη για να στείλει αθώους ανθρώπους στη φυλακή προκειμένου να καλυφθούν πολιτικές αρχές. Ο Νίξον έχασε την προεδρία του στην υπόθεση Γουότεργκεητ επειδή προσπάθησε να συγκαλύψει μια επιχείρηση υποκλοπών». Κατ’ αυτό τον τρόπο ο Ντίλιαν όχι μόνο φωτογραφίζει την Κυβέρνηση ως αγοραστή και χρήστη του παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού, αλλά απειλεί εμμέσως τον πρωθυπουργό υπενθυμίζοντας το τέλος του προέδρου Νίξον στο σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ.
Κατά την ακροαματική διαδικασία αποκαλύφθηκε, μεταξύ άλλων, ότι στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής είχαν διαρρεύσει τις ερωτήσεις προς τους κατηγορούμενους. Εξάλλου, όπως κατατέθηκε από μάρτυρες, στελέχη της Ελληνικής Αστυνομίας είχαν ειδοποιήσει για τους δήθεν επιτόπιους αιφνίδιους ελέγχους που διενεργήθηκαν. Αποκαλύφθηκε συνεπώς όχι μόνο η συνολική δυσλειτουργία των θεσμών, αλλά η διάπραξη αξιόποινων πράξεων με σκοπό τη συγκάλυψη, η οποία ωστόσο ματαιώθηκε χάρη στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών. Ωστόσο ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έλαβε τη δικογραφία, επί 20 ημέρες την κράτησε χωρίς να κάνει καμία προανακριτική ενέργεια, δεν εξέτασε ούτε ένα μάρτυρα, δεν ζήτησε τη συνδρομή οποιασδήποτε υπηρεσίας και αποφάνθηκε με μία ελλιπέστατα αιτιολογημένη διάταξη ότι δεν χωρούν λόγοι ανάσυρσης της υπόθεσης από το αρχείο.
Τέσσερα πρόσωπα άσκησαν στο ακέραιο το καθήκον τους στο σκάνδαλο των υποκλοπών: Οι δύο προαναφερθέντες δικαστικοί λειτουργοί του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο πρώην πρόεδρος της ΑΔΑΕ Χρήστος Ράμμος και ο πρώην πρόεδρος της ΑΠΔΠΧ Κωνσταντίνος Μενουδάκος. Ο Ράμμος μετά τη διάταξη του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου διατύπωσε με δύο λέξεις αυτό που ένιωσε η συντριπτική πλειονότητά του νομικού κόσμου: «Μένω άφωνος». Ο Μενουδάκος αναφέρθηκε στην αναξιοπιστία της δικαιοσύνης με δύο φράσεις που έχουν ιδιαίτερο βάρος, ιδίως όταν προέρχονται από ένα δικαστή που υπηρέτησε ως πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας και στη συνέχεια ως πρόεδρος της Αρχής Προστασίας Δεδομένων: «Είναι πολλοί οι παράγοντες και οι υπεύθυνοι που οδήγησαν τη δικαιοσύνη σε πολύ χαμηλά επίπεδα αξιοπιστίας. Η κύρια ευθύνη πάντως ανήκει στα δικά της όργανα και σε δικές τους ενέργειες και παραλείψεις».
Μετά τη διάταξη του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου διατυπώθηκε με οξύ τρόπο από τον νομικό και τον πολιτικό κόσμο η αμφιβολία αν η δικαστική εξουσία στα ανώτερα κλιμάκιά της έχει την ανεξαρτησία να πράξει το καθήκον της διερευνώντας σε βάθος τυχόν ποινικές ευθύνες του πρωθυπουργού και άμεσων συνεργατών του, ώστε να αποδειχθεί αν ο Ντίλιαν λέει αλήθεια ή ψέματα, άρα αν βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ελληνικό Γουότεργκεητ. Η υπόθεση θα ακολουθήσει πλέον τον δρόμο των ευρωπαϊκών δικαστηρίων. Ωστόσο οι σκιές πάνω από την ελληνική δικαιοσύνη προκαλούν ένα βαθύ τραύμα στο κράτος δικαίου και στη συλλογική θεσμική συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας.
(Ο Ξενοφών Κοντιάδης είναι συνταγματολόγος, καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, συγγραφέας -Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Η Αυγή» της Κυριακής)































