Πάνω από 300 εκατ. ευρώ εκτιμάται ότι θα μείνουν τελικά αδιάθετα από τα προγράμματα «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ», με βασική αιτία τη σοβαρή έλλειψη διαθέσιμων ακινήτων που να πληρούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας.
Παρά την υψηλή ζήτηση και το έντονο ενδιαφέρον των δικαιούχων, η περιορισμένη προσφορά κατοικιών ως προς την παλαιότητα, την επιφάνεια και το ανώτατο όριο τιμής αγοράς οδήγησε σε αδυναμία ολοκλήρωσης χιλιάδων αγοραπωλησιών.
Η δυσκολία εντοπισμού κατάλληλων κατοικιών αναδείχθηκε σε κοινό πρόβλημα και για τις δύο δράσεις, με αποτέλεσμα σημαντικός αριθμός δικαιούχων που είχαν ήδη εξασφαλίσει προέγκριση δανείου να μην καταφέρει τελικά να προχωρήσει στην αγορά ακινήτου εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών. Παράλληλα, η πίεση που συνεχίζει να δέχεται η αγορά κατοικίας, σε συνδυασμό με τη μειωμένη διαθεσιμότητα παλαιότερων ακινήτων, περιόρισε περαιτέρω τις επιλογές των ενδιαφερομένων.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, από το πρόγραμμα «Σπίτι μου Ι» παρέμειναν αδιάθετα περίπου 50 εκατ. ευρώ, σε συνολικό προϋπολογισμό ενός δισ. ευρώ, καθώς μέρος των εγκεκριμένων δανείων δεν εκταμιεύθηκε ποτέ. Παρά την υπερκάλυψη του προϋπολογισμού σε επίπεδο αιτήσεων και εγκρίσεων, αρκετές αγοραπωλησίες δεν ολοκληρώθηκαν λόγω αδυναμίας εύρεσης επιλέξιμου ακινήτου.
Αντίστοιχη εικόνα διαμορφώνεται και στο «Σπίτι μου ΙΙ», το οποίο ολοκληρώνεται στις 2 Ιουνίου και διαθέτει προϋπολογισμό δύο δισ. ευρώ. Μέχρι σήμερα οι εγκεκριμένες αιτήσεις αντιστοιχούν σε περίπου 1,7 δισ. ευρώ, γεγονός που οδηγεί στην εκτίμηση ότι περίπου 300 εκατ. ευρώ δεν θα απορροφηθούν.
Την ίδια ώρα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός νέου προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙΙ», με το ζητούμενο πλέον να είναι εάν θα υπάρξουν προσαρμογές στα κριτήρια ώστε να αντιμετωπιστούν οι αδυναμίες που ανέδειξε η εφαρμογή των δύο προηγούμενων κύκλων.
Εάν το «Σπίτι μου ΙΙΙ» διατηρήσει την ίδια λογική — επιδότηση της ζήτησης χωρίς ταυτόχρονη ενίσχυση της προσφοράς — υπάρχει κίνδυνος να οδηγήσει εκ νέου σε περιορισμένη απορρόφηση και περαιτέρω πίεση στις τιμές. Η αγορά εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από έλλειψη διαθέσιμων κατοικιών, περιορισμένο απόθεμα παλαιών ακινήτων, αυξημένες τιμές και έντονο ανταγωνισμό για τα ακίνητα που πληρούν τις προϋποθέσεις.





























