Υποχώρηση κατέγραψε η ιχθυοκαλλιέργεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2024, σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία που δημοσιοποίησε η Eurostat. Η συνολική παραγωγή ανήλθε σε 1 εκατομμύριο τόνους ψαριών, μαλακίων, φυκιών και καρκινοειδών, με την αξία της να φτάνει τα 4,6 δισ. ευρώ. Σε σύγκριση με το 2023, καταγράφηκε μείωση τόσο στον όγκο όσο και στην αξία της παραγωγής, κατά 3,7% και 3,6% αντίστοιχα, καταδεικνύοντας τις πιέσεις που αντιμετωπίζει ο κλάδος.
Η παραγωγή συγκεντρώνεται σε περιορισμένο αριθμό χωρών, καθώς πέντε κράτη-μέλη καλύπτουν λίγο πάνω από τα δύο τρίτα της συνολικής ευρωπαϊκής παραγωγής. Πρώτη αναδείχθηκε η Ισπανία με 246.137 τόνους, που αντιστοιχούν στο 24,3% του συνόλου. Ακολουθούν η Γαλλία με 181.434 τόνους (17,9%) και η Ελλάδα με 127.493 τόνους (12,6%). Στην τέταρτη και πέμπτη θέση βρίσκονται η Ιταλία με 98.051 τόνους και η Πολωνία με 43.554 τόνους, επιβεβαιώνοντας την ισχυρή παρουσία των μεσογειακών χωρών στον τομέα.
Σε επίπεδο ειδών, τα μύδια κυριάρχησαν το 2024 ως προς το βάρος παραγωγής, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το ένα τρίτο (32,8%) της συνολικής ποσότητας. Ακολούθησαν η πέστροφα με 17,2% και η τσιπούρα με 10%. Ωστόσο, σε όρους οικονομικής αξίας, η εικόνα διαφοροποιείται: η πέστροφα αναδείχθηκε ως το πιο πολύτιμο προϊόν, καλύπτοντας το 17,9% της συνολικής αξίας της ευρωπαϊκής υδατοκαλλιέργειας, με το λαβράκι (14,5%) και την τσιπούρα (13,5%) να ακολουθούν.




























