Την εκτίμηση ότι η ελληνική οικονομία διατηρεί τη δυναμική της, αλλά οι διεθνείς εξελίξεις και κυρίως η κρίση στη Μέση Ανατολή δημιουργούν νέες αβεβαιότητες, διατυπώνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στα προκαταρκτικά συμπεράσματα της αποστολής του για την Ελλάδα, τα οποία δόθηκαν σήμερα στη δημοσιότητα.
Σύμφωνα με το ΔΝΤ, η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας παραμένει ισχυρή, στηριζόμενη κυρίως στην εγχώρια ζήτηση, τις επενδύσεις που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και την ιδιωτική κατανάλωση. Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025, ενώ ο τουρισμός κατέγραψε νέο ιστορικό ρεκόρ και η ανεργία συνέχισε να μειώνεται, φθάνοντας στο 8,3% στο τέλος του έτους, κοντά στα επίπεδα πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Παράλληλα, ο πληθωρισμός παρέμεινε σε σχετικά υψηλά επίπεδα, στο 3,1% τον Φεβρουάριο του 2026, ενώ το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε, αλλά εξακολουθεί να αποτελεί αδυναμία της οικονομίας λόγω της υψηλής ζήτησης εισαγωγών.
Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Παρά την αύξηση των δημόσιων επενδύσεων και τα μέτρα στήριξης των νοικοκυριών, το πρωτογενές πλεόνασμα παρέμεινε υψηλό το 2025, ενώ το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ συνέχισε να μειώνεται με ταχύ ρυθμό. Εκτιμάται ότι το 2025 το χρέος μειώθηκε περίπου στο 145% του ΑΕΠ, σημαντικά χαμηλότερα από το επίπεδο περίπου 210% που είχε καταγραφεί το 2020. Η τάση αυτή αναμένεται να συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια, με το χρέος να υποχωρεί περαιτέρω έως το τέλος της δεκαετίας.
Σε ό,τι αφορά το τραπεζικό σύστημα, το ΔΝΤ διαπιστώνει ότι οι τράπεζες έχουν ενισχύσει σημαντικά τους ισολογισμούς τους, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν μειωθεί σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και η κεφαλαιακή τους θέση παραμένει ισχυρή. Η πιστωτική επέκταση προς τον ιδιωτικό τομέα έχει αρχίσει να αυξάνεται, κυρίως προς τις επιχειρήσεις, ενώ για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια εμφανίζεται και αύξηση στη στεγαστική πίστη, κυρίως λόγω των επιδοτούμενων προγραμμάτων στεγαστικών δανείων. Παρότι η κερδοφορία των τραπεζών έχει μειωθεί ελαφρώς λόγω της πτώσης των επιτοκίων, παραμένει πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ωστόσο, το Ταμείο επισημαίνει ότι οι προοπτικές της οικονομίας σκιάζονται από το διεθνές περιβάλλον και κυρίως από την κρίση στη Μέση Ανατολή, τις υψηλές τιμές ενέργειας και την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας. Για το 2026, η ανάπτυξη αναμένεται να επιβραδυνθεί στο 1,8%, ενώ μεσοπρόθεσμα εκτιμάται ότι θα κινηθεί κοντά στο 1,5%, κυρίως λόγω δημογραφικών πιέσεων, χαμηλής παραγωγικότητας και περιορισμένης συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό.
Το ΔΝΤ τονίζει ότι οι κίνδυνοι για την οικονομία είναι κυρίως καθοδικοί. Μια παρατεταμένη γεωπολιτική κρίση, περαιτέρω αύξηση των τιμών ενέργειας, αναταράξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές ή καθυστερήσεις στις μεταρρυθμίσεις και στα επενδυτικά έργα θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά την ανάπτυξη. Από την άλλη πλευρά, εάν οι μεταρρυθμίσεις και τα δημοσιονομικά μέτρα αποδώσουν περισσότερο από το αναμενόμενο, η οικονομία θα μπορούσε να αναπτυχθεί ταχύτερα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει το Ταμείο στη δημοσιονομική πολιτική, σημειώνοντας ότι θα πρέπει να παραμείνει φιλική προς την ανάπτυξη αλλά ταυτόχρονα συνετή, ώστε να συνεχιστεί η μείωση του δημόσιου χρέους. Οι μειώσεις φόρων θεωρούνται θετικές, καθώς ενισχύουν το διαθέσιμο εισόδημα και την απασχόληση, ιδιαίτερα για νέους και οικογένειες με παιδιά. Παράλληλα, η στήριξη για τις υψηλές τιμές ενέργειας θα πρέπει να είναι στοχευμένη και προσωρινή, ώστε να μην επιβαρύνει υπερβολικά τα δημόσια οικονομικά.
Το ΔΝΤ υπογραμμίζει επίσης τη σημασία της πλήρους αξιοποίησης των ευρωπαϊκών πόρων για τη διατήρηση υψηλού επιπέδου δημόσιων επενδύσεων και τη στήριξη της ιδιωτικής οικονομίας. Παρά την πρόοδο των τελευταίων ετών, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει επενδυτικό κενό σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, γεγονός που επηρεάζει την παραγωγικότητα και την ανάπτυξη.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο στεγαστικό ζήτημα, καθώς οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν σημαντικά το 2025, λόγω αυξημένης ζήτησης, περιορισμένης προσφοράς και χαμηλής νέας οικοδομικής δραστηριότητας. Το ΔΝΤ προτείνει πολιτικές που θα αυξήσουν την προσφορά κατοικιών, όπως η αξιοποίηση κενών ακινήτων, τα προγράμματα ανακαίνισης, η ενίσχυση της μακροχρόνιας μίσθωσης και η επιτάχυνση της κοινωνικής κατοικίας.
Τέλος, το Ταμείο επισημαίνει ότι για να διατηρηθεί υψηλός ρυθμός ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια, η Ελλάδα θα πρέπει να συνεχίσει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ιδιαίτερα στη δικαιοσύνη, στη δημόσια διοίκηση, στη μείωση της γραφειοκρατίας, στην ψηφιοποίηση της οικονομίας και στην αύξηση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές θεωρούνται κρίσιμες για την αύξηση των επενδύσεων, της παραγωγικότητας και του εισοδήματος.































