Τα θηριώδη δημοσιονομικά υπερπλεονάσματα παρουσιάζονται ως δικαίωση της οικονομικής πολιτικής, ως τρανή απόδειξη ότι η οικονομία πάει καλά, υπεραποδίδει, κι έτσι δημιουργείται η δυνατότητα στήριξης των πιο ευάλωτων νοικοκυριών. Δεν είναι αλήθεια.
Υποχρέωση της Ελλάδα είναι η παραγωγή συγκεκριμένων δημοσιονομικών πλεονασμάτων, ώστε να αποπληρώνουμε το δημόσιο χρέος. Τα υπερπλεονάσματα είχαν νόημα το 2016-18, στην προσπάθεια εξόδου από τα μνημόνια: Ο βασικός λόγος ήταν ότι οι αγορές δεν πίστευαν ότι μπορούμε να διατηρούμε πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ -μάλιστα, το ΔΝΤ υπερακόντιζε ισχυριζόμενο ότι δεν μπορούμε να πετύχουμε ούτε 1,5%. Οι αγορές πείστηκαν ότι η χώρα είναι αξιόπιστη, χάρη στα υπερπλεονάσματα. Χωρίς αυτά, το κόστος δανεισμού θα είχε ξεφύγει και η προσπάθεια ίσως έπεφτε, για τρίτη φορά, στα βράχια. Έτσι, τότε, δημιουργήθηκε και το «μαξιλάρι» των 40 δισ. ευρώ, στο οποίο καθόμαστε και σήμερα.
Η χώρα βγήκε από τα μνημόνια με το σπαθί της και οι αγορές ουδόλως αμφιβάλουν για την πρόθεση και την ικανότητά της να τις αποπληρώνει –ενίοτε δε, χάρη σε εκείνο το μαξιλάρι, τις αποπληρώνει πρόωρα. Ποιο είναι το κεντρικό ζητούμενο μετά την έξοδο από τα μνημόνια; Να διατηρούμε τέτοιους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, που θα διασφαλίζουν ότι θα μπορούμε να εξυπηρετούμε το χρέος κάτω από όλες τις συνθήκες, ακόμα και αν υπάρξει διεθνής αναταραχή κι αυξηθούν τα επιτόκια. Αυτόν τον στόχο, την ισχυρή μεγέθυνση της οικονομίας, αντιστρατεύονται τα υπερπλεονάσματα. Δεν συνιστούν κάποια «υπεραπόδοση» της οικονομίας, αυτό που κάνουν είναι να παρεμποδίζουν την μεγέθυνσή της.
Τα μεγαλύτερα πλεονάσματα δεν προκύπτουν από μεγαλύτερη μεγέθυνση της οικονομίας. Το 2024, μάλιστα, ήταν μεγαλύτερα από τον κυβερνητικό στόχο κατά 6,4 δισ. ευρώ (από 2,1% εκτινάχτηκαν στο 4,8% του ΑΕΠ, δηλαδή αυξήθηκαν 128% πάνω από τον στόχο) παρότι το ΑΕΠ αυξήθηκε πολύ λιγότερο από όσο προβλεπόταν- μόνο 2,1% αντί για 2,9%. Πέρυσι, πάλι, ενώ το ΑΕΠ αυξήθηκε όσο προβλεπόταν (2,1%) τα δημοσιονομικά πλεονάσματα έφτασαν στα 12,1 έναντι στόχου 9,5 δισ. ευρώ, ήτοι 2,6 δισ. ή 28% πάνω από τον στόχο. Άρα, τα επιπλέον πλεονάσματα προκύπτουν από άλλες πηγές: Από περικοπές δημοσίων δαπανών, παράδειγμα στο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, και από μία υπεραπόδοση: Φορολογικών εσόδων.
Όσον αφορά τις περικοπές, το Γενικό Λογιστήριο έχει ασκηθεί από τα προηγούμενα δύσκολα χρόνια να βάζει διάφορα «μαξιλαράκια» σε κατηγορίες δαπανών που, αν χρειαστεί, μπορούν να αφαιρούνται. Όσον αφορά τα φορολογικά έσοδα, εν μέρει αυξάνονται λόγω της μείωσης της φοροδιαφυγής στην λιανική εξαιτίας της διασύνδεσης των ταμειακών μηχανών με τα POS, και κατά το μεγάλο μέρος τους λόγω της «μαγικής» επίδρασης του πληθωρισμού. Είναι ο καλύτερος συνεργάτης της κυβέρνησης: Αυξάνει ονομαστικά το ΑΕΠ με συνέπεια το χρέος να μειώνεται ως ποσοστό του (απόλυτα, το χρέος της γενικής κυβέρνησης αυξήθηκε σε 360 από 332 δισ. το 2019), αυξάνει και τα έσοδα από ΦΠΑ κι από την μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας.
Ως παράγωγο των υπερπλεονασμάτων, βγαίνει κάτι «στην άκρη» προς διανομή -στοχευμένα, προς άγραν ψήφων. Το πώς διανέμεται είναι ένα θέμα, αλλά το αληθινά θεμελιώδες είναι άλλο: Περικόπτονται δαπάνες και υπεραντλούνται φόροι, ενώ οι ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης μένουν λίγα δέκατα πάνω από τις ανεπτυγμένες χώρες και λίγες μονάδες κάτω από αυτούς στη γειτονιά μας και, τελικά, η ένδεια αναπαράγεται διευρυμένα σε τμήματα της κοινωνίας, για να έρθει η φιλάνθρωπος κυβέρνηση να ελεήσει τα θύματα της πολιτικής της. Ένας αρχικά ενάρετος κύκλος παραγωγής υπερπλεονασμάτων για να πεισθούν οι αγορές ότι η υπερχρεωμένη χώρα είναι φερέγγυα και να βγούμε από τα μνημόνια, έχει μετατραπεί σε φαύλο.
(Ο Κώστας Καλλίτσης είναι δημοσιογράφος- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Η Καθημερινή» της Κυριακής)






























