Ιδιαίτερα ευάλωτη στις συνέπειες μιας ενδεχόμενης κλιμάκωσης της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή εμφανίζεται η Ελλάδα, σύμφωνα με ανάλυση του οίκου αξιολόγησης Scope Ratings. Όπως επισημαίνεται, η μεγάλη εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο καθιστά τη χώρα περισσότερο εκτεθειμένη σε πιθανές αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Ο οίκος σημειώνει ότι το εύρος των οικονομικών επιπτώσεων θα εξαρτηθεί κυρίως από τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν, καθώς και από το ενδεχόμενο επέκτασης της κρίσης στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσει επίσης η ανθεκτικότητα των επιμέρους ευρωπαϊκών οικονομιών και η δυνατότητα των κυβερνήσεων να απορροφήσουν τις πιέσεις που ενδέχεται να προκύψουν.
Σύμφωνα με τη Scope Ratings, στο σενάριο μιας σύντομης και σχετικά περιορισμένης σύγκρουσης, οι μακροοικονομικές και χρηματοπιστωτικές συνέπειες για τα περισσότερα κράτη αναμένεται να είναι διαχειρίσιμες. Σε αυτή την περίπτωση, οι προσωρινές πληθωριστικές πιέσεις που θα προκύψουν από πιθανή άνοδο των τιμών της ενέργειας θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν χωρίς σημαντικές παρεμβάσεις από τις κυβερνήσεις και τις κεντρικές τράπεζες.
Ωστόσο, σε περίπτωση που η σύγκρουση εξελιχθεί σε παρατεταμένη και ευρύτερη περιφερειακή κρίση, οι επιπτώσεις εκτιμάται ότι θα είναι σημαντικά εντονότερες. Οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι θα αφορούν χώρες που βρίσκονται γεωγραφικά κοντά στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, οικονομίες με υψηλή έκθεση στις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού ενέργειας –ιδίως σε εκείνες που συνδέονται με τη Μέση Ανατολή– καθώς και κράτη με περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια για την αντιμετώπιση των κοινωνικών και οικονομικών πιέσεων που θα μπορούσε να προκαλέσει ένα περιβάλλον στασιμοπληθωρισμού.
Η Scope προειδοποιεί ότι μια παρατεταμένη αστάθεια στην περιοχή θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές διαταραχές στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας. Ενδεχόμενα προβλήματα στις εγκαταστάσεις εξαγωγής, στις ενεργειακές υποδομές ή στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αρνητικό σοκ προσφοράς, με αποτέλεσμα σημαντική αύξηση των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου και ευρύτερες οικονομικές, δημοσιονομικές και πολιτικές επιπτώσεις σε διεθνές επίπεδο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρώπη θεωρείται ιδιαίτερα ευάλωτη λόγω της εξάρτησής της από εισαγωγές ορυκτών καυσίμων και υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), παρά το γεγονός ότι μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία έχει επιτευχθεί μεγαλύτερη διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών. Αν και η Scope εκτιμά ότι είναι απίθανο οι τιμές φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά να επιστρέψουν στα ακραία επίπεδα του 2022, μια παρατεταμένη περίοδος υψηλών τιμών ενέργειας θα μπορούσε να έχει σημαντικές μακροοικονομικές επιπτώσεις. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να αυξήσει τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη κατά περίπου 1,25 ποσοστιαίες μονάδες μεσοπρόθεσμα, να καθυστερήσει τη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής και να μειώσει τον ρυθμό ανάπτυξης κατά περίπου 0,75%.
Ιδιαίτερα εκτεθειμένες σε ενδεχόμενη άνοδο των τιμών ενέργειας θεωρούνται ευρωπαϊκές χώρες των οποίων το ενεργειακό μείγμα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Σε αυτές περιλαμβάνονται η Κύπρος, η Μάλτα, η Ιρλανδία, η Ολλανδία και η Ελλάδα, όπου τα δύο αυτά καύσιμα καλύπτουν έως και το 80% της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης.
Λαμβάνοντας υπόψη τη δομή των οικονομιών, η Scope εκτιμά ότι χώρες με υψηλή εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα τόσο στο ενεργειακό μείγμα όσο και στην παραγωγική τους δραστηριότητα είναι πιθανό να επηρεαστούν περισσότερο από μια διαρκή αύξηση των τιμών ενέργειας. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η Ελλάδα και η Κύπρος, αλλά και χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, όπως η Πολωνία και η Βουλγαρία.
Παράλληλα, σε ξεχωριστή ανάλυση ο οίκος αναφέρεται και στους κινδύνους που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οι ελληνικές τράπεζες εξαιτίας των γεωπολιτικών εξελίξεων. Αν και επισημαίνεται ότι, μετά από μια δεκαετία ζημιών και εκτεταμένων αναδιαρθρώσεων, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα βρίσκεται σήμερα σε σαφώς ισχυρότερη θέση –με υψηλή κερδοφορία και ισχυρότερους ισολογισμούς σε σχέση με την περίοδο της κρίσης χρέους–, το επιδεινούμενο διεθνές περιβάλλον, η διόρθωση στις αγορές και μια πιθανή οικονομική επιβράδυνση στους βασικούς εμπορικούς εταίρους της Ελλάδας δημιουργούν νέες προκλήσεις για τον κλάδο.





























