Άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις για την ελληνική αγορά ενέργειας έχει η απόφαση της Ιταλίας να παρέμβει δραστικά στον τρόπο διαμόρφωσης των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας, προκαλώντας έντονο προβληματισμό στις ευρωπαϊκές αγορές και θέτοντας υπό αμφισβήτηση το ισχύον μοντέλο λειτουργίας της. Η ιταλική πρωτοβουλία δεν αφορά μόνο την εγχώρια αγορά της χώρας, αλλά επηρεάζει συνολικά το πλέγμα των διασυνδεδεμένων αγορών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, στο οποίο εντάσσεται και η Ελλάδα.
Η σημασία για την ελληνική αγορά συνδέεται καταρχάς με τη λειτουργία της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και το μοντέλο της οριακής τιμής, βάσει του οποίου καθορίζονται και οι χονδρεμπορικές τιμές στην Ελλάδα.
Η απόφαση της ιταλικής κυβέρνησης να αποζημιώνει τις μονάδες φυσικού αερίου για το κόστος των δικαιωμάτων CO₂, ουσιαστικά παρακάμπτοντας το κόστος του ETS, οδηγεί σε τεχνητή μείωση των τιμών ρεύματος κατά 30 έως 40 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Μια τέτοια απόκλιση δημιουργεί στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό, καθώς η Ελλάδα συνεχίζει να λειτουργεί πλήρως εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου, με τις μονάδες φυσικού αερίου να καθορίζουν συχνά την οριακή τιμή.
Παράλληλα, η μετατροπή της Ιταλίας από εισαγωγική σε εξαγωγική αγορά αναμένεται να επηρεάσει και τις ροές ηλεκτρικής ενέργειας στην περιοχή. Αν και η διασύνδεση Ελλάδας–Ιταλίας διαθέτει περιορισμένη δυναμικότητα περίπου 500 MW, χαμηλότερες τιμές στην ιταλική αγορά μπορούν να ασκήσουν καθοδική πίεση στις τιμές των διασυνδεδεμένων αγορών ή, αντίστροφα, να περιορίσουν τις δυνατότητες ελληνικών εξαγωγών σε περιόδους υψηλής παραγωγής. Παράγοντες της ελληνικής αγοράς επισημαίνουν ότι τέτοιες εξελίξεις αλλοιώνουν τις συνθήκες ισότιμου ανταγωνισμού και ενδέχεται να επηρεάσουν τη συμπεριφορά τόσο των παραγωγών όσο και των προμηθευτών.
Ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα έχει και η διάσταση των κρατικών ενισχύσεων. Σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, τα ιταλικά μέτρα φαίνεται να προσκρούουν στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, γεγονός που καθιστά κρίσιμη τη στάση της Κομισιόν. Τυχόν ανοχή ή έγκριση παρόμοιων παρεμβάσεων θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο και για άλλες χώρες, δημιουργώντας πίεση και προς την ελληνική πλευρά να αναζητήσει αντίστοιχα εργαλεία στήριξης, με δημοσιονομικό όμως κόστος.
Η χρονική συγκυρία εντείνει τον προβληματισμό, καθώς συμπίπτει με τη δημόσια διαβούλευση της Κομισιόν για την αναθεώρηση του μοντέλου οριακής τιμολόγησης και του ETS. Για την ελληνική αγορά, που εξακολουθεί να βασίζεται σε σημαντικό βαθμό στο φυσικό αέριο για την κάλυψη της ζήτησης, οποιαδήποτε αλλαγή στους ευρωπαϊκούς κανόνες θα έχει άμεση αντανάκλαση τόσο στις τιμές χονδρικής όσο και στους λογαριασμούς των καταναλωτών.
Τέλος, οι πρόσφατες αντιδράσεις των αγορών, με τις προθεσμιακές τιμές στην Ιταλία να υποχωρούν σημαντικά, παρακολουθούνται στενά και από τους Έλληνες συμμετέχοντες στην αγορά, καθώς επηρεάζουν τις προσδοκίες και τις στρατηγικές για το επόμενο διάστημα. Η ιταλική πρωτοβουλία λειτουργεί έτσι ως καταλύτης για εξελίξεις που ξεπερνούν τα εθνικά σύνορα και αναδεικνύουν τους κινδύνους αλλά και τα διλήμματα που αντιμετωπίζει και η ελληνική αγορά ενέργειας στο μεταβαλλόμενο ευρωπαϊκό ενεργειακό τοπίο.


























