Σημαντικές επιπτώσεις για τον τρόπο επιβολής κυρώσεων σε τράπεζες και λοιπές υπόχρεες οντότητες στο πλαίσιο της καταπολέμησης του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας έχει η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-291/24, η οποία δημοσιεύθηκε στις 6 Φεβρουαρίου 2026.
Με την απόφαση αυτή, το ΔΕΕ αποσαφηνίζει τα όρια της εθνικής ευχέρειας κατά τη μεταφορά και εφαρμογή της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, θέτοντας σαφείς φραγμούς σε εθνικές ρυθμίσεις που περιορίζουν στην πράξη την ευθύνη των νομικών προσώπων. Η υπόθεση προέκυψε από προδικαστική παραπομπή του Ομοσπονδιακού Διοικητικού Δικαστηρίου της Αυστρίας, στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Steiermärkische Bank und Sparkassen AG και της αυστριακής εποπτικής αρχής χρηματοπιστωτικής αγοράς (FMA).
Η FMA είχε επιβάλει στην τράπεζα διοικητική κύρωση για παραβάσεις υποχρεώσεων δέουσας επιμέλειας σχετικά με την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, στηριζόμενη σε εθνικές διατάξεις που προβλέπουν ευθύνη νομικών προσώπων για πράξεις φυσικών προσώπων που ενεργούν προς όφελός τους ή υπό την εποπτεία τους.
Το αυστριακό δικαστήριο ζήτησε από το ΔΕΕ να διευκρινίσει αν είναι σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο η εθνική νομολογία που απαιτεί, προκειμένου να επιβληθεί κύρωση σε νομικό πρόσωπο, να έχει προηγουμένως ταυτοποιηθεί φυσικό πρόσωπο ως φερόμενος παραβάτης, να του έχει αποδοθεί τυπικά αυτή η ιδιότητα στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας και να κατονομάζεται ρητά στο διατακτικό της απόφασης κατά του νομικού προσώπου.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι μια τέτοια απαίτηση αντίκειται στα άρθρα 58 έως 60 της Οδηγίας 2015/849, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα της αρχής της πρακτικής αποτελεσματικότητας. Όπως επισημαίνεται, η οδηγία δεν προβλέπει ότι η ευθύνη του νομικού προσώπου εξαρτάται από την προηγούμενη διαπίστωση παράβασης από συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο. Αντιθέτως, η επιβολή πρόσθετων διαδικαστικών προϋποθέσεων σε εθνικό επίπεδο ενέχει τον κίνδυνο να αποδυναμώσει τον αποτρεπτικό χαρακτήρα των κυρώσεων και να δυσχεράνει την αποτελεσματική εφαρμογή του ενωσιακού πλαισίου κατά του ξεπλύματος χρήματος.
Στην απόφαση γίνεται ειδική αναφορά στη νομολογία του ΔΕΕ στον τομέα της προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και ιδίως στην υπόθεση Deutsche Wohnen, όπου είχε υιοθετηθεί ανάλογη προσέγγιση ως προς την επιβολή διοικητικών προστίμων σε νομικά πρόσωπα χωρίς την ανάγκη προηγούμενης εξατομίκευσης της ευθύνης φυσικού προσώπου.
Παράλληλα, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αντίκεινται στο δίκαιο της Ένωσης οι αυστριακές προθεσμίες παραγραφής, δηλαδή η τριετής προθεσμία για την κίνηση της διαδικασίας επιβολής κύρωσης και η πενταετής προθεσμία για την επιβολή της κύρωσης. Σύμφωνα με το ΔΕΕ, τέτοιες προθεσμίες μπορούν, κατ’ αρχήν, να θεωρηθούν εύλογες και σύμφωνες με τις αρχές της ασφάλειας δικαίου, της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
Η απόφαση είναι σημαντική και για την Ελλάδα γιατί επηρεάζει άμεσα το πώς οι ελληνικές εποπτικές και διοικητικές αρχές μπορούν να επιβάλλουν κυρώσεις σε τράπεζες, χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και άλλες υπόχρεες οντότητες για παραβάσεις της νομοθεσίας κατά του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
Πρώτον, η απόφαση λειτουργεί ως σαφές μήνυμα ότι η ευθύνη ενός νομικού προσώπου δεν μπορεί να εξαρτάται από την προηγούμενη πλήρη «ποινικοποίηση» ή τυπική καταλογιστική απόδοση της παράβασης σε συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο. Στην ελληνική έννομη τάξη, όπου συχνά η επιβολή διοικητικών κυρώσεων συνοδεύεται από αυστηρές απαιτήσεις ταυτοποίησης υπευθύνων στελεχών, η απόφαση περιορίζει τον κίνδυνο ακύρωσης προστίμων λόγω καθαρά διαδικαστικών ελλείψεων. Αυτό ενισχύει τη δυνατότητα της Αρχής για το Ξέπλυμα Χρήματος και άλλων αρμόδιων φορέων να επιβάλλουν αποτελεσματικές κυρώσεις απευθείας σε εταιρείες και πιστωτικά ιδρύματα.
Δεύτερον, η απόφαση ενισχύει την αποτρεπτικότητα του ελληνικού πλαισίου AML/CFT. Στην πράξη, πολλές υποθέσεις συμμόρφωσης στην Ελλάδα αφορούν σύνθετες οργανωτικές αδυναμίες, ελλείψεις εσωτερικών ελέγχων ή συστημικές αποτυχίες, όπου είναι δύσκολο ή χρονοβόρο να αποδοθεί εξατομικευμένη ευθύνη σε ένα και μόνο φυσικό πρόσωπο. Με τη νομολογία αυτή, καθίσταται σαφές ότι η ίδια η επιχείρηση μπορεί να λογοδοτεί για τέτοιες αποτυχίες, ακόμη και χωρίς προηγούμενη απόφαση κατά συγκεκριμένου στελέχους.































