Η πρόθεση της κυβέρνησης να απαγορεύσει την πρόσβαση εφήβων (κάτω των 15 ή των 16 ετών) στα κοινωνικά δίκτυα ξαναφέρνει στο προσκήνιο τη συζήτηση το θεμελιώδες πρόβλημα των μεγάλων πλατφορμών δικτύωσης, και αυτό δεν αφορά μόνο τους εφήβους. Και ενόσω περιμένουμε να δούμε ποια ακριβώς θα είναι τα συγκεκριμένα μέτρα και αν θα συνοδευτούν από αντίστοιχες κινήσεις σε πανευρωπαϊκή κλίμακα, ας δούμε ποια είναι η εμπειρία από εφαρμογή του μέτρου στην Αυστραλία, για την οποία έχουμε ήδη γράψει. Ποια είναι λοιπόν τα πραγματικά αποτελέσματα από την εφαρμογή του σχετικού μέτρου;
Η σύντομη απάντηση είναι ότι μέχρι σήμερα οι υποκείμενες στο σχετικό νόμο πλατφόρμες έχουν υποχρεωθεί να διαγράψουν σχεδόν 5 εκατομμύρια λογαριασμούς ανηλίκων λόγω της απαγόρευσης. Με δεδομένο ότι η ηλικιακή ομάδα – στόχος της απαγόρευσης είναι της τάξης των 2,5-3 εκατομμυρίων εφήβων στην Αυστραλία, το συμπέρασμα είναι ότι πολλοί ανήλικοι χρήστες διατηρούσαν τουλάχιστον 2 διαφορετικούς λογαριασμούς. Από την άλλη, είναι σαφές ότι εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά παρακάμπτουν τον περιορισμό πρόσβασης χρησιμοποιώντας άλλα προφίλ ή και ανοίγοντας λογαριασμούς με ταυτότητες πιο ηλικιωμένων. Ταυτόχρονα, φαίνεται ότι μικρότερες πλατφόρμες, που δεν υπόκεινται στην απαγόρευση, γίνονται πιο δημοφιλείς και αποκτούν διαρκώς νέες ψηφιακές κοινότητες ανηλίκων. Στις 13/12 έγραφα σχετικά στο Dnews: «Σε κάθε περίπτωση, ο νόμος περί απαγόρευσης της πρόσβασης των ανηλίκων στα social media φέρνει στο προσκήνιο δύο πράγματα. Το πρώτο είναι ότι μία περίφραξη, όσο μεγάλη και ισχυρή και να είναι, δεν μπορεί να σταματήσει την ψηφιακή πλημμύρα».
Το ζουμί της υπόθεσης
Το ζουμί, όμως, της υπόθεσης είναι αν τελικά οι έφηβοι απομακρύνονται από τις οθόνες και στρέφονται προς περισσότερο επωφελείς δραστηριότητες. Γιατί αν αντί να σκρολάρουν ατελείωτα στο Τικ Τοκ, σκρολάρουν ατελείωτα σε μία άλλη μη απαγορευμένη πλατφόρμα ή ξενυχτάνε όλο το βράδυ με άλλες εφαρμογές, η απαγόρευση είναι άνευ ουσίας. Σε σχέση με αυτό, δεν έχουμε ακόμη συγκεκριμένα αποτελέσματα, τρεις μήνες εφαρμογής είναι πολύ λίγοι για να διεξαχθούν σχετικές μελέτες.
Ωστόσο ας κρατήσουμε μικρό καλάθι. Η μετατροπή της οθόνης σε κεντρικό πεδίο εξέλιξης της ζωής των εφήβων είναι αποτέλεσμα μίας γενικότερης τάσης. Ο οδοστρωτήρας της διαφήμισης και πληθώρα παρόμοιων κυβερνητικών πολιτικών στο δυτικό κόσμο δρομολογούν την πλήρη ψηφιοποίηση κάθε πλευράς της ζωής μας. Μπορείς να ανοίξεις τραπεζικό λογαριασμό χωρίς έξυπνο κινητό; Μπορείς να πας στο γήπεδο; Σε πολλές πόλεις δεν μπορείς καν να νοικιάσεις ποδήλατο και σε λίγο δε θα μπορείς ούτε τις συνταγές σου να εκτελέσεις. Και αυτό δεν είναι πρόβλημα για τους εφήβους είναι για όλους μας.
Η απαγόρευση πρόσβασης των εφήβων στα κοινωνικά δίκτυα πρέπει να αντιμετωπιστεί διαλεκτικά. Από τη μία πλευρά, το γεγονός ότι όλο και περισσότερες κυβερνήσεις υιοθετούν ή εξετάζουν τη λήψη αντίστοιχων μέτρων για τους εφήβους, δείχνει ότι οι αρνητικές επιπτώσεις των κοινωνικών δικτύων προβληματίζουν και γίνονται αισθητές σε ευρεία κλίμακα. Από την άλλη, το γεγονός ότι η απαγόρευση αυτή δεν επηρεάζει τον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας και το επιχειρηματικό μοντέλο των αλγορίθμων που προκαλούν τα ίδια ακριβώς προβλήματα εθισμού σε όλους τους χρήστες, δείχνει ότι οι κυβερνήσεις είτε δε θέλουν είτε δε μπορούν να τα βάλουν με την ουσία του προβλήματος.
Γιατί αυτό ακριβώς είναι το πραγματικό πρόβλημα. Τα κοινωνικά δίκτυα είναι
συστήματα σχεδιασμένα να εκμεταλλεύονται τα προσωπικά μας δεδομένα, να αιχμαλωτίζουν την προσοχή μας με κάθε κόστος και να πολώνουν την κοινή γνώμη. Η απαγόρευση της πρόσβασης ανηλίκων σε κοινωνικά δίκτυα έχει νόημα μόνο εάν είναι το πρώτο βήμα για την αντιμετώπιση της καρδιάς του προβλήματος.
Η καρδιά του προβλήματος
Απεχθάνομαι τις απαγορεύσεις και τις θεωρώ επικίνδυνο τρόπο άσκησης πολιτικής. Ωστόσο τα δεδομένα που συγκεντρώθηκαν τα τελευταία χρόνια δείχνουν ξεκάθαρα τον αντίκτυπο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην ψυχική υγεία των παιδιών και των εφήβων: από αγχώδεις διαταραχές και κατάθλιψη μέχρι δυναμικές εθισμού, σκόπιμα σχεδιασμένες για να μεγιστοποιούν τον χρόνο έκθεσής τους στο περιεχόμενο. Τίποτα από αυτά δεν είναι τυχαίο· είναι το σκόπιμο αποτέλεσμα του επιχειρηματικού μοντέλου αυτών των «αρπακτικών» εταιρειών.
Ο Enrique Dans, καθηγητής Καινοτομίας στο IEBS, σημειώνει ότι η απαγόρευση διορθώνει κάτι, αλλά δεν λύνει το υποκείμενο πρόβλημα. Τα κυρίαρχα κοινωνικά δίκτυα συνεχίζουν να είναι, τόσο για ενήλικες όσο και για ανηλίκους, δομές των οποίων το επιχειρηματικό μοντέλο είναι ασύμβατο με την προστασία της ιδιωτικότητας και των προσωπικών δεδομένων, τη διαφάνεια και τα θεμελιώδη δικαιώματα. Έχουμε επιτρέψει σε αυτές τις πλατφόρμες να λειτουργούν σαν να είναι υπεράνω του νόμου για πολύ καιρό, προστατευμένες από μια υποτιθέμενη «τεχνολογική ουδετερότητα» που δεν υπήρξε ποτέ. Ποτέ πριν δισεκατομμύρια άνθρωποι δεν είχαν εκτεθεί μαζικά σε αδιαφανή συστήματα συστάσεων σχεδιασμένα να μεγιστοποιούν τον εθισμό, την πόλωση και τη συναισθηματική αντίδραση, με πλήρως τεκμηριωμένες αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχική υγεία.
Ο πυρήνας του προβλήματος λοιπόν δεν είναι ποιος χρησιμοποιεί τα κοινωνικά δίκτυα, αλλά πώς λειτουργούν αυτά τα δίκτυα. Πλατφόρμες που βασίζονται στη μαζική εξαγωγή προσωπικών δεδομένων, στην ψυχολογική σκιαγράφηση (profiling) και στην αλγοριθμική χειραγώγηση της προσοχής δεν μπορούν, εξ ορισμού, ούτε καν να συμμορφωθούν στα χαρτιά με κανονισμούς όπως ο GDPR χωρίς να τους κάνουμε κενούς περιεχομένου.
Δεν μιλάμε για σποραδικές παραβιάσεις του νόμου, η ίδια τους η αρχιτεκτονική και το επιχειρηματικό τους μοντέλο βασίζεται στην παραβίασή του. Και όσο αυτό παραμένει έτσι, το να επιτρέπουμε σε αυτά τα δίκτυα να υπάρχουν ισοδυναμεί με την αποδοχή μιας μόνιμης εξαίρεσης από το κράτος δικαίου. Σύμφωνα με τον Enrique Dans, η εμπειρία χωρών, που άρχισαν να επιβάλλουν πραγματικά όρια στις πλατφόρμες (από κυρώσεις βάσει του ευρωπαϊκού GDPR έως τους περιορισμούς που επιβλήθηκαν από την Πράξη για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (DSA)) δείχνει ότι, μακριά από το να πνίγεται ο δημόσιος διάλογος, συμβαίνει μάλλον το αντίθετο: λιγότερες καταχρήσεις, καθώς και λιγότερη οργανωμένη παραπληροφόρηση και διεστραμμένα κίνητρα.
Αν συμφωνούμε σε αυτά, τότε είναι προφανές ότι κάθε χώρα που σέβεται τον εαυτό της και πριν από όλους η ίδια η ΕΕ πρέπει να εξετάσει σοβαρά το ενδεχόμενο να απαγορεύσει καθολικά τη λειτουργία δικτύων που δεν πληρούν κάποια ελάχιστα νομικά κριτήρια. Όπως ακριβώς μια εταιρεία τροφίμων που δεν συμμορφώνεται με τα υγειονομικά πρότυπα κλείνει, ή μια τράπεζα που παραβιάζει συστηματικά τους κανονισμούς τίθεται υπό τον έλεγχο των αρχών, έτσι και ένα κοινωνικό δίκτυο που δεν τηρεί κάποιες ελάχιστες απαιτήσεις δεν πρέπει να μπορεί να δραστηριοποιείται επιχειρηματικά. Ποιες απαιτήσεις θα πει κάποιος; Παραθέτω κάποιες πρώτες ενδεικτικές σκέψεις:
-Να μην βασίζει το το επιχειρηματικό μοντέλο του στην καθολική και πρακτικά υποχρεωτική συλλογή των δεδομένων του χρήστη.
-Να μην επιτρέπει τη στοχευμένη – προσωποποιημένη διαφήμιση και τη συλλογή δεδομένων συμπεριφοράς που στοχεύει στον επηρεασμό των αποφάσεων των χρηστών.
-Να μην προκαλεί σκόπιμα τον εθισμό των χρηστών.
-Να έχει ανοικτό κώδικα για να μπορεί να ελέγχεται ένα ο αλγόριθμος τηρεί τα παραπάνω.
Δρόμος η παράδρομος;
Θα έπρεπε να είναι σαφές πλέον: τα κοινωνικά δίκτυα δεν ήταν κάποια ρομαντική ελπίδα που απλώς δεν ευοδώθηκε. Και για το λόγο αυτό δεν αντέχουν σε κριτική οι ανοησίες που ξεστομίζει ο Έλον Μασκ σχετικά με την απαγόρευση πρόσβασης των ανηλίκων, περί λογοκρισίας, νηπιοποίησης της κοινωνίας ή επιθέσεων στην ελευθερία της έκφρασης. Δεν υπάρχει λογοκρισία όταν αυτό που περιορίζεται δεν είναι το περιεχόμενο των ιδεών, αλλά ένα επιχειρηματικό μοντέλο που βασίζεται στη συστηματική εκμετάλλευση προσωπικών δεδομένων. Δεν υπάρχει τίποτα πατερναλιστικό στην προστασία βασικών, νομικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων απέναντι σε εταιρείες που έχουν αποδείξει, ξανά και ξανά, ότι αποδέχονται παρά μόνο το δίκιο του ισχυρού. Και η απαίτηση από εταιρείες που λειτουργούν σε μια συγκροτημένη κοινωνία να σέβονται τους νόμους δεν αποτελεί επίθεση στην ελευθερία της έκφρασης.
Η απαγόρευση της πρόσβασης ανηλίκων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει νόημα μόνο αν είναι ένα πρώτο βήμα στο δρόμο του συνολικό περιορισμού και της ισχυρής οριοθέτησης των πλατφορμών της Σίλικον Βάλεϊ στη ζωή μας. Αλλιώς θα είναι ένα ατελές και πιθανότατα αναποτελεσματικό μέτρο, ένας παράδρομος να παρακάμψουμε το κεντρικό πρόβλημα.
Η ώρα να συζητήσουμε σοβαρά το ενδεχόμενο πλήρους απαγόρευσης της λειτουργίας των «αρπακτικών δεδομένων» έχει φτάσει εδώ και καιρό. Να δούμε αν και ποιος έχει το κουράγιο, τα κότσια και την πολιτική διορατικότητα να ανοίξει το θέμα…
(Ο Αντώνης Μαυρόπουλος είναι σύμβουλος κυκλικής οικονομίας και συγγραφέας του βιβλίου «Τεχνητή Νοημοσύνη – Άνθρωπος, Φύση, Μηχανές», εκδόσεις Τόπος)































