Η Ελλάδα το 2026 μετρά τραγωδίες: Τρίκαλα, Τιμισοάρα, Χίος. Τραγωδίες πολύνεκρες, με διαφορετικά χαρακτηριστικά που η καθεμία έφερε στην επιφάνεια πλευρές της βαθιάς κρίσης που βιώνει η ελληνική κοινωνία και, όπως είναι φυσικό, τις κοινωνικές και ιδεολογικές αντιθέσεις της.
Ειδικά για την τραγωδία στη Χίο ξεχύθηκε τέτοιο μίσος στον δημόσιο λόγο που σόκαρε ακόμη και τους μετριοπαθείς σχολιαστές των Μ.Μ.Ε.. Όχι πως αυτό το κοινωνικό ρεύμα δεν είχε δώσει το στίγμα του σε κάθε ευκαιρία, υπάρχει όμως μια ποιοτική διαφορά: Για πρώτη φορά σε τέτοιο βαθμό, συγκροτημένα και μαχητικά, έχουμε την ανοιχτή υποστήριξη της θεωρίας που είχε διατυπώσει ο κ. Πλεύρης: «Η φύλαξη των συνόρων σημαίνει νεκρούς», υποστήριξη που πλέον παίρνει τη μορφή δημόσιων πανηγυρισμών για τον «θάνατο του εχθρού», έστω κι αν ο «εχθρός» είναι έγκυες ή παιδιά.
Τις προηγούμενες φορές, κυρίως στην εκατόμβη της Πύλου, η κυρίαρχη γραμμή ήταν η υπεράσπιση της «μη πρόθεσης» των οργάνων της ελληνικής πολιτείας. Στην περίπτωση της Χίου ουδείς παίρνει σοβαρά τη θεωρία πως ένα 6μετρο φουσκωτό, γεμάτο παιδιά και εγκύους, επιτέθηκε σε ένα πολεμικό σκάφος. Οι νεκροί είναι όλοι με σπασμένα κεφάλια, πέρασε από πάνω τους ο όλεθρος.
Αυτό ουδόλως συγκίνησε ένα τμήμα της κοινωνίας, αντιθέτως προκάλεσε ρίγη «εθνικής υπερηφάνειας»: «Τα σκυλόψαρα είχαν τσικνοπέμπτη εχτές στο Αιγαίο», έγραψε άνθρωπος (;) στο Διαδίκτυο και πολλά άλλα μέλη της συνομοταξίας του το αναπαρήγαγαν. Άλλοι άσκησαν κριτική και ζήτησαν ΕΔΕ γιατί «υπήρξαν διασωθέντες» (!) ενώ ο κ. Βελόπουλος ανέπτυξε μέσα στη Βουλή τη θεωρία πως «μετά το αλτ εις ει... μπουμπουνάμε»!
Μην βιαστούμε να γενικεύσουμε, η ελληνική κοινωνία δεν γέμισε μισάνθρωπους, φυσικά και υπάρχει και «Αντίβαρο», για να δανειστούμε το όνομα της συλλογικότητας της Χίου που το ίδιο κιόλας βράδυ κινητοποίησε εκατοντάδες πολίτες για τη συμπαράσταση στα θύματα. Άλλωστε, όσο κι αν θέλουμε συχνά να το ξεχνάμε, πάντα αυτός ο διχασμός υπήρχε στην ελληνική κοινωνία. Να θυμίσουμε την υποδοχή που επιφύλαξε στους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας: Στην καλύτερη περίπτωση τους αποκαλούσαν «τουρκόσπορους» και «παστρικιές», στη χειρότερη δεν τους έδιναν ούτε νερό και ενίοτε βγαίναν και τα πιστόλια, όπως στις Σέρρες ή στα Μεσόγεια.
Αλλά και παλιότερα, από την αυγή κιόλας του ελληνικού κράτους, είχαμε δύο διαφορετικές κοινωνικές συμπεριφορές που μοιάζουν τόσο πολύ με το σήμερα. Ας γυρίσουμε ακριβώς δυο αιώνες πίσω, σε ένα έργο του Δ. Σολωμού και σε έναν βράχο του Αιγαίου. Δυο κόσμοι, όπως και σήμερα, και στη μέση οι «κολασμένοι» κάθε εποχής, οι πρόσφυγες.
Η «Γυναίκα της Ζάκυθος» μισούσε τους πρόσφυγες...
Η πολιορκία του Μεσολογγίου αποτέλεσε ένα από τα πιο δραματικά γεγονότα της Ελληνικής επανάστασης, συγκίνησε μεγάλο μέρος της Ελληνικής κοινωνίας αλλά και της ευρωπαϊκής, ειδικά το δράμα των προσφύγων. Υπήρχε όμως και η άλλη, η σκοτεινή πλευρά την οποία παρουσιάζει ο Δ. Σολωμός στη «Γυναίκα της Ζάκυθος», ένα από τα πιο ιδιόμορφα, τολμηρά και βαθιά συμβολικά έργα του. Γραμμένο σε διάφορες φάσεις μεταξύ 1826 και 1833, παρουσιάζει κατάσταση της Ζακύνθου κατά την περίοδο της ελληνικής Επανάστασης και ασκεί κριτική για την κοινωνική υποκρισία, τον φανατισμό, την αδικία.
Το έργο διαδραματίζεται στην, κατεχόμενη από τους Άγγλους, Ζακυνθο, τμήμα της Ιόνιου Πολιτείας, ενός προτεκτοράτου. Απέναντι, στην επαναστατημένη Ελλάδα, κορυφώνεται η σύγκρουση στο Μεσολόγγι. Γυνάικες Μεσολογγίτισσες θα φτάσουν στη Ζάκυθο, ικέτισσες για βοήθεια. Κεντρικό πρόσωπο του έργου είναι η «Κυρά», μια μοχθηρή και σχεδόν δαιμονική γυναικεία φιγούρα.
Η ταυτότητά της δεν αποκαλύπτεται, λειτουργεί ως σύμβολο μια τάξης «βολεμένης», συμβιβασμένης με την αγγλική κυριαρχία. Μια τάξη που χαρακτηρίζεται από την υποκρισία, τη μικρότητα, την άρνηση του κοινού καλού και την αδιαφορία απέναντι στη δυστυχία. Το πιο χαρακτηριστικό επεισόδιο του έργου αφορά τη συνάντηση της «Κυράς» και των γυναικών από το πολιορκημένο Μεσολόγγι που φτάνουν στη Ζάκυνθο. Αντί να τους δείξει συμπόνια, τις χλευάζει και τις εξευτελίζει δημοσίως, αποκαλώντας τες ζητιάνες και βάρος της κοινωνίας, ενώ ειρωνεύεται ανοιχτά την Επανάσταση θεωρώντας τη «ρεμπελιό».
Η στάση της δεν είναι απλώς έλλειψη ανθρωπισμού· αποτελεί συνειδητή ηθική και κοινωνική επιλογή. Ο Σολωμός, μέσα από την «Κυρά», καταδικάζει την τάξη που δεν νιώθει στοιχειώδη αλληλεγγύη για τους πρόσφυγες, όχι μόνο από έμφυτη κακία ή από την ενοχή που γεννά η αδιαφορία της. Mισούν τους πρόσφυγες γιατί το πρόσωπο τους διαβλέπει την απειλή, τη μελλοντική αμφισβήτηση και της δικής της κοινωνικής θέσης. Τελικά, η «Κυρά της Ζάκυθος» υπερβαίνει το ιστορικό στιγμιότυπο και εξελίσσεται σε πολιτική αλληγορία για τις ηθικές δοκιμασίες μιας κοινωνίας σε περίοδο κρίσης.
Όσο για τη διαχρονικότητά των αντιθέσεων και των κοινωνικών συμπεριφορών; Ας φέρουμε στη μνήμη μας τα επιχειρήματα των δωσίλογων της περιόδου της γερμανικής Κατοχής ή όσων στην εποχή μας, απευθυνόμενοι σε όσους φτάνουν κυνηγημένοι από τον πόλεμο, την πείνα ή την καταπίεση αναμασούν φληναφήματα του τύπου « γιατί δεν καθόσαστε σπίτι σας;». Πόσο μοιάζουν τα επιχειρήματά τους με τα λόγια της «Κυράς» προς τις Μεσολογγίτισσες;
«Και τι σας έλειπε, και τι κακό είδετε από τον Τούρκο; Δε σας άφηνε φαητά, δούλους, περιβόλια, πλούτια; Και δόξα σοι ο Θεός είχετε περισσότερα από εκείνα που έχω εγώ. Σας είπα εγώ ίσως να χτυπήστε τον Τούρκο, που ερχόστενε τώρα σε με να μου γυρέψετε και να με βρίσετε; Ναίσκε! Εβγήκετε όξω να κάμετε παλικαριές. Οι γυναίκες επολεμούσετε (όμορφο πράμα που ήθελ' ήστενε με τουφέκι και με βελέσι· ή εβάνετε και βρακί;). Και κάτι εκάμετε στην αρχή, γιατί επήρετε τα άτυχα παλικάρια της Τουρκιάς ξάφνου. Και πώς εμπόρειε ποτέ του να υποφτευτεί τέτοια προδοσία; Το ’θελε ο Θεός; Δεν ανακατωνόστενε με δαύτον μέρα και νύχτα;»
Ψαρά: πόσους πρόσφυγες χωρά ένας βράχος;
Ας δούμε όμως και την άλλη πλευρά, μια κοινωνία αλληλέγγυων ανθρώπων. Για τα Ψαρά από την επίσημη ιστορία μαθαίνουμε λίγες αράδες: η πατρίδα του Κωνσταντίνου Κανάρη, οι πυρπολητές, η «ολόμαυρη ράχη» του Διονύσιου Σολωμού στο ποίημα για την καταστροφή τους. Ξεχωριστό κεφάλαιο αποτελεί το θέμα των προσφύγων, τόσο οι πρόσφυγες που φιλοξενήθηκαν στα Ψαρά όσο και οι Ψαριανοί ως πρόσφυγες μετά την καταστροφή του νησιού τους μας δίνουν μια εικόνα διαφορετική.
Ο μικρός βράχος στη μέση του Αιγαίου στην αρχαιότητα ονομαζόταν Ψύρα ή Ψιρύη. Κατοικήθηκε και ερημώθηκε πολλές φορές. Κατά τον 17ο αιώνα άρχισε να κατοικείται και πάλι από Έλληνες με καταγωγή από την Εύβοια, τη Θεσσαλία, την Ήπειρο, τη Χίο και άλλα μέρη της ηπειρωτικής και της νησιωτικής χώρας. Τα Ψαρά έγιναν, λοιπόν, ένα μικρό απόρθητο φρούριο με ισχυρή ναυτική παρουσία
Η δημοκρατική διοίκηση των Ψαρών
Πρέπει να αναφέρουμε πως, ενώ τα άλλα ναυτικά νησιά, όπως η Ύδρα και οι Σπέτσες, τα κυβερνούσαν οι μεγαλοεφοπλιστές, σε αγαστή συνεργασία με τον Καπουδάν Πασά, τα Ψαρά είχαν δημοκρατική διοίκηση. Ήταν αναμενόμενη, βέβαια, η απέχθεια των μεγαλοκαραβοκύρηδων της Ύδρας και των Σπετσών για το δημοκρατικό σύστημα των Ψαρών. Γράφει ειρωνικά ο Υδράιος καπετάνιος Σαχτούρης: «εφαντάσθησαν ότι ήναι άλλοι Αθηναίοι, και ονόμασαν την τοπικήν Διοίκησίν τους, Βουλήν των Ψαρρών».
Η πολιτική αυτή παράδοση συνδέεται φυσικά σε μεγάλο βαθμό και με τον τρόπο που στάθηκαν απέναντι στους πρόσφυγες, το ελεύθερο νησί ήταν φυσικό να ελκύει. Στα Ψαρά κατέφευγαν κυρίως Έλληνες αλλά και άλλοι υπήκοοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας κατατρεγμένοι από την εξουσία. Σε όλους αυτούς τους πρόσφυγες οι Ψαριανοί έδειξαν αλληλεγγύη. Όλες οι μικρές εξοχικές οικίες είχαν παραχωρηθεί από τη Βουλή των Ψαρών για τη στέγαση των προσφύγων. Υπολογίζεται πως από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι την καταστροφή τους είχαν περιθάλψει πάνω από 100.000 πρόσφυγες. Το 1824, όταν έγινε η καταστροφή, υπήρχαν στο μικρό αυτό νησί περίπου 23.000 πρόσφυγες, ενώ οι Ψαριανοί υπολογίζονταν σε 7.000.
Ενδεικτική της νοοτροπίας των Ψαριανών ήταν και η στάση τους απέναντι στους πρόσφυγες της Χίου μετά τη μεγάλη σφαγή του 1822. Όσοι Χιώτες είχαν γλιτώσει συγκεντρώθηκαν στα δυτικά παράλια του νησιού: οκτώ ψαριανά πολεμικά πλοία και δύο πυρπολικά έφτασαν στη Βολισσό και άρχισαν τη μετα φορά των συγκεντρωμένων – όλοι οι άμαχοι διασώθηκαν και μεταφέρθηκαν στα Ψαρά, όπου τους προσφέρθηκαν στέγη, τροφή και ρούχα. Ιδιαίτερη φροντίδα και περιποίηση δόθηκε στους ασθενείς. Λόγω του μεγάλου πλήθους που είχε συγκεντρωθεί στο νησί όμως, υπήρχε κίνδυνος επιδημίας, οπότε η Βουλή των Ψαρών με δικά της πλοία και έξοδα μετέφερε τις οικογένειες αυτές σε νησιά των Κυκλάδων και στην Πελοπόννησο.
Τον Ιούνιο του 1824 η Οθωμανική Αυτοκρατορία επιτέθηκε με μεγάλες δυνάμεις σε έναν ξερόβραχο και κατόρθωσε να μετατρέψει το νησί σε «ολόμαυρη ράχη». Διασώθηκαν, σπάζοντας με τα πλοία τους τον κλοιό, περίπου 3.000 Ψαριανοί και 6.000 πρόσφυγες. Οι Ψαριανοί έγιναν με τη σειρά τους πρόσφυγες. Οι περισσότεροι κατέφυγαν στις Σπέτσες, αφού οι πλούσιοι καραβοκύρηδες της Ύδρας τους αντιμετώπισαν με αδιαφορία. Εκεί η κατά σταση ήταν ανυπόφορη, και η κυβέρνηση Κουντουριώτη έστεκε, παρά τις εκκλήσεις, απαθής. Στην επίσημη αναφορά των προκρίτων των Σπετσών απάντησε με την αποστολή 24.000 οκά δων σιταριού, προκειμένου να ζήσουν επί μήνες ολόκληρους χιλιάδες πρόσφυγες.
Τελικά οι πρόσφυγες μεταφέρθηκαν στη Μονεμβασιά. Στα χαλάσματα και σε λίγα έρημα σπίτια στοιβάχτηκαν χιλιάδες άνθρωποι. Εκτός από τις τραγικές συνθήκες, το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν η τροφή. Η κυβέρνηση αδιαφορούσε, οπότε σώθηκαν από ένα θαύμα: ο Βαρβάκης, ο παλιός ήρωας της Επανάστασης του 1770, 80 ετών πια και βαθύπλουτος, κατέβηκε στην Ελλάδα τον Μάιο του 1824, επισκέφθηκε τη Μονεμβασιά και κυριολεκτικά έσωσε τους Ψαριανούς. Το ίδιο θέλησε να κάνει και με ολόκληρη την Ελλάδα, αλλά η πατρίς ... ευγνωμονούσα, σε συνεργασία με τους Άγγλους, τον έκλεισε στο λοιμοκαθαρτήριο της Ζακύνθου και τον πέθανε. Δύο ημέρες πριν από τον θάνατό του άφησε στη διαθήκη του μεγάλα ποσά για τα Ψαρά και για να εξαγοραστούν οι Ψαριανοί σκλάβοι.
Οι Ψαριανοί δεν μπορούσαν να παραμείνουν στη Μονεμβασιά, οπότε σκόρπισαν σε Τήνο, Μύκονο, Σύρο και, κυρίως, Αίγινα. Τελικά το 1830 το νεοσύστατο ελληνικό κράτος τούς έδωσε έναν τόπο κοντά στην Ερέτρια, βαλτώδη και ακαλλιέργητο, και αρκετοί εγκαταστάθηκαν εκεί δημιουργώντας τα Νέα Ψαρά.
Επίλογος
Παλιές ιστορίες, θα πει κάποιος. Ίσως και όχι, αν αλλάξουμε τα ονόματα, μοιάζουν με ιστορίες του σήμερα. Ας συγκρίνουμε τη στάση των αργυραμοιβών της κάθε εποχής, που παίζουν «στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες», για να θυμηθούμε και τον πασίγνωστο στίχο του Μάνου Ελευθερίου. Μαζί τους και οι βολεμένοι μισάνθρωποι που αισθάνονται πως τα ψίχουλα που μαζεύουν από το τραπέζι των ισχυρών απειλούνται από τους «κολασμένους» της κάθε εποχής. Κι από την άλλη μεριά ένα άλλο τμήμα της κοινωνίας που στέκεται αλληλέγγυο, που δικαιώνει τον χαρακτηρισμό «άνθρωπος».
Η ομοιότητα, λοιπόν, με πρόσωπα και καταστάσεις του σήμερα δεν είναι συμπτωματική. Και πώς τα φέρνει η Ιστορία, η τραγωδία έγινε στη Χίο. Στο νησί που μετά την καταστροφή του 1822, 48.000 κάτοικοί του πουλήθηκαν ως σκλάβοι στα σκλαβοπάζαρα της εποχής. Και οι δουλέμποροι, επειδή η μεγάλη προσφορά σάρκας έριχνε την τιμή, βούλιαζαν τα πλοία πνίγοντάς τους ώστε να μειωθεί η προσφορά.
Το ερώτημα είναι αν σήμερα ο κανόνας στην κοινωνία είναι τα «Ψαρά» ή η «Κυρά». Οι σύγχρονες «Κυράδες» φαίνεται να κυριαρχούν, νοιώθουν να απειλείται το βιοτικό τους επιπεδο, ένα βιοτικό επίπεδο ποτισμένο με το αίμα των χωρών του 3ου κόσμου. Από την άλλη όσοι αυτοπροσδιορίζονται σήμερα ως «Ψαριανοί»... Πρέπει να οργανώσουν τα δικά τους κάστρα στη λάθος πλευρά της γεωγραφίας.
(Ο Σπύρος Αλεξίου είναι ιστορικός και συγγραφέας)































