Με την έναρξη της διαδικασίας υποβολής των φορολογικών δηλώσεων να πλησιάζει, χιλιάδες εργαζόμενοι που αμείβονται με «μπλοκάκι» κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωποι με την επιβολή ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος και τη φορολόγηση των εισοδημάτων που απέκτησαν το 2025 από το πρώτο ευρώ, εξαιτίας λαθών ή παραλείψεων που τους στερούν το δικαίωμα φορολόγησης ως μισθωτών.
Ένα από τα συνηθέστερα λάθη αφορά την απουσία έγγραφων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών ή έργου με τους εργοδότες. Χωρίς τυπικά καταρτισμένες συμβάσεις, η φορολογική διοίκηση δεν αναγνωρίζει τη σχέση που απαιτείται για την εξαίρεση από το τεκμαρτό εισόδημα, με αποτέλεσμα ο εργαζόμενος να αντιμετωπίζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας.
Παγίδα αποτελεί και ο αριθμός των αντισυμβαλλόμενων. Όσοι παρέχουν υπηρεσίες σε περισσότερα από τρία φυσικά ή νομικά πρόσωπα και δεν καλύπτουν το κριτήριο σύμφωνα με το οποίο το 75% του ακαθάριστου εισοδήματος πρέπει να προέρχεται από έναν μόνο εργοδότη, χάνουν αυτομάτως το ευνοϊκό καθεστώς φορολόγησης.
Σημαντικές συνέπειες έχει και η εσφαλμένη δήλωση έδρας. Η μη δήλωση της κατοικίας ως επαγγελματικής έδρας θεωρείται παράβαση των προϋποθέσεων και οδηγεί στην εφαρμογή του τεκμαρτού συστήματος, ακόμη και αν πληρούνται τα υπόλοιπα κριτήρια.
Αρκετοί εργαζόμενοι με «μπλοκάκι» χάνουν επίσης την εξαίρεση επειδή έχουν εισπράξει μισθό από άλλη εργασία μέσα στο ίδιο φορολογικό έτος. Η ύπαρξη παράλληλης μισθωτής απασχόλησης ακυρώνει τη δυνατότητα φορολόγησης ως μισθωτού για το εισόδημα από δελτίο παροχής υπηρεσιών.
Καθοριστικό ρόλο παίζει και το είδος της δραστηριότητας. Όσοι δεν ασκούν επάγγελμα που χαρακτηρίζεται ως ελευθέριο, δηλαδή δραστηριότητα στην οποία προέχει το στοιχείο της επιστημονικής γνώσης, της συμβουλής ή της καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας, δεν καλύπτονται από το ειδικό καθεστώς και φορολογούνται με βάση το τεκμαρτό εισόδημα.
Η μη τήρηση έστω και μίας από τις παραπάνω προϋποθέσεις έχει ως αποτέλεσμα το εισόδημα του εργαζόμενου με «μπλοκάκι» να υπολογίζεται με το τεκμαρτό σύστημα και να φορολογείται από το πρώτο ευρώ με συντελεστή 9% έως τις 10.000 ευρώ, ενώ για το υπερβάλλον ποσό εφαρμόζονται συντελεστές από 22% έως 44%. Έτσι, μικρές παραλείψεις ή λάθος χειρισμοί μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντική φορολογική επιβάρυνση.






























