Την απόρριψη ενδικοφανούς προσφυγής εταιρείας και την επικύρωση καταλογισμών ΦΠΑ και προστίμων συνολικού ύψους άνω του 1,75 εκατ. ευρώ αποφάσισε η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ, με απόφαση που εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2025.
Η υπόθεση αφορά φορολογικό έλεγχο για τη χρήση 2024, κατά τον οποίο διαπιστώθηκε η έκδοση δεκάδων εικονικών φορολογικών στοιχείων και η μη συνεργασία της ελεγχόμενης επιχείρησης με τις φορολογικές αρχές.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, από έλεγχο του 2ου Ελεγκτικού Κέντρου Αττικής προέκυψε ότι η εταιρεία είχε διαβιβάσει στην πλατφόρμα myDATA 81 παραστατικά εσόδων, συνολικής καθαρής αξίας περίπου 4,87 εκατ. ευρώ και αναλογούντος ΦΠΑ 1,17 εκατ. ευρώ, τα οποία κρίθηκαν εικονικά στο σύνολό τους. Ο έλεγχος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι συναλλαγές δεν ανταποκρίνονταν σε πραγματική οικονομική δραστηριότητα, καθώς η επιχείρηση δεν είχε πραγματοποιήσει αντίστοιχες αγορές, δεν διέθετε το αναγκαίο προσωπικό και είχε δηλώσει πλήθος ετερόκλητων δευτερευουσών δραστηριοτήτων.
Με βάση τα ευρήματα, εκδόθηκε οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού ΦΠΑ για το διάστημα 1.1.2024–31.12.2024, με καταλογισμό κύριου φόρου 1.168.669,09 ευρώ και πρόστιμο 50% επί του φόρου, ύψους 584.334,55 ευρώ, όπως προβλέπεται από τη φορολογική νομοθεσία. Το συνολικό ποσό προς καταβολή ανήλθε σε 1.753.003,64 ευρώ. Παράλληλα, επιβλήθηκε πρόστιμο 500 ευρώ για τη μη προσκόμιση των ζητηθέντων λογιστικών βιβλίων και στοιχείων του ίδιου φορολογικού έτους.
Η εταιρεία προσέφυγε στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών ζητώντας την ακύρωση των πράξεων, επικαλούμενη, μεταξύ άλλων, δυσκολίες λόγω απουσίας λογιστή και οικογενειακές υποχρεώσεις της διαχειρίστριάς της. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί κρίθηκαν αόριστοι και χωρίς νομική θεμελίωση. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, δεν προβλήθηκε κανένας συγκεκριμένος λόγος που να αντικρούει τα πορίσματα περί εικονικότητας των παραστατικών, ενώ η μη ανταπόκριση στα αιτήματα παροχής πληροφοριών θεωρήθηκε αυτοτελής παράβαση.
Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών αποδέχθηκε πλήρως τις απόψεις της φορολογικής αρχής, τονίζοντας ότι οι εκθέσεις ελέγχου ήταν επαρκώς αιτιολογημένες και στηρίζονταν σε σαφή πραγματικά περιστατικά και ισχύουσες διατάξεις.































