Νέο πλαίσιο για τη χορήγηση πίστωσης φόρου στα βιομηχανοποιημένα καπνά και στα ηλεκτρικά θερμαινόμενα προϊόντα με ή χωρίς καπνό θεσπίζεται με απόφαση του υφυπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Γιώργου Κώτσηρα, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η απόφαση καθορίζει αναλυτικά τους όρους, τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες για την παροχή πίστωσης του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ, καθώς και το πλαίσιο των απαιτούμενων εγγυήσεων και τον τρόπο αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων που προσφέρονται προς εξασφάλιση του Δημοσίου.
Η νέα ρύθμιση ευνοεί πρωτίστως τις βιομηχανίες και τις επιχειρήσεις καπνικών προϊόντων που δραστηριοποιούνται νόμιμα στην Ελλάδα, καθώς και όσες εισάγουν βιομηχανοποιημένα καπνά και ηλεκτρικά θερμαινόμενα προϊόντα από άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ για κατανάλωση στην εγχώρια αγορά.
Σύμφωνα με το νέο κανονιστικό πλαίσιο, δικαιούχοι της πίστωσης είναι οι επιχειρήσεις που παράγουν τα συγκεκριμένα προϊόντα στο εσωτερικό της χώρας ή τα παραλαμβάνουν από άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον αυτά προορίζονται για κατανάλωση στην ελληνική αγορά. Η σχετική αίτηση υποβάλλεται στην αρμόδια τελωνειακή αρχή μέσω της ψηφιακής πλατφόρμας της ΑΑΔΕ «Τα Αιτήματά μου» και συνοδεύεται υποχρεωτικά από εγγύηση, η οποία μπορεί να λάβει τη μορφή εγγυητικής επιστολής, χρηματικής εγγύησης ή εμπράγματης ασφάλειας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στις εγγυήσεις υπέρ του Δημοσίου, καθώς προβλέπεται η δυνατότητα σύστασης υποθήκης σε ακίνητα ή ενεχύρου σε μηχανήματα παραγωγής, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, ωφελούνται οι επιχειρήσεις που διαθέτουν επαρκή οικονομική επιφάνεια και περιουσιακά στοιχεία, καθώς αποκτούν τη δυνατότητα αναβολής της καταβολής του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ, βελτιώνοντας τη ρευστότητά τους και τη διαχείριση των ταμειακών τους ροών.
Η δυνατότητα παροχής εγγυήσεων όχι μόνο με τραπεζικές εγγυητικές επιστολές αλλά και με ακίνητα ή μηχανολογικό εξοπλισμό διευρύνει την πρόσβαση στο καθεστώς πίστωσης, ιδίως για παραγωγικές μονάδες με σημαντικά πάγια αλλά περιορισμένη τραπεζική χρηματοδότηση.
Η αποτίμηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων γίνεται από ειδική επιτροπή, ενώ καθορίζονται σαφή ποσοστά επί της εκτιμώμενης αξίας, βάσει των οποίων υπολογίζεται το ύψος της παρεχόμενης πίστωσης φόρου.
Παράλληλα, η απόφαση εισάγει διαδικασία επανεκτίμησης των περιουσιακών στοιχείων ανά πενταετία, με στόχο τη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου, ενώ προβλέπεται και δυνατότητα πρόωρης επανεκτίμησης κατόπιν αιτήματος των δικαιούχων. Το ποσό του φόρου που τίθεται σε πίστωση εισπράττεται μετά την πάροδο τεσσάρων εβδομάδων από την εκκαθάριση, με τη χρήση άτοκου γραμματίου, εκτός εάν συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις που απαλλάσσουν από την υποχρέωση αυτή.
Με την ίδια απόφαση καταργείται παλαιότερη υπουργική ρύθμιση του 1992, σηματοδοτώντας την επικαιροποίηση και τον εκσυγχρονισμό του πλαισίου που διέπει τη φορολογική πίστωση στον συγκεκριμένο κλάδο. Η ισχύς της νέας ρύθμισης ξεκινά από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ενισχύοντας, σύμφωνα με το υπουργείο, τη διαφάνεια και την ασφάλεια δικαίου στη διαδικασία είσπραξης των σχετικών φόρων.





























