Σε έξι στα δέκα ελληνικά νοικοκυριά το μηνιαίο εισόδημα δεν επαρκεί μέχρι το τέλος του μήνα, σύμφωνα με τη νέα έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, η οποία καταγράφει περαιτέρω επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης και εξάντληση των αντοχών των πολιτών.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία, το ποσοστό των νοικοκυριών που δηλώνουν ότι τα χρήματα τελειώνουν πρόωρα ανήλθε στο 62,1%, σημειώνοντας νέο ιστορικό υψηλό και αυξημένο κατά 2,1 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024. Παράλληλα, για όσους δεν καταφέρνουν να «βγάλουν» τον μήνα, το διαθέσιμο εισόδημα επαρκεί πλέον κατά μέσο όρο για μόλις 18 ημέρες, έναντι 19 την προηγούμενη χρονιά.
Η έρευνα δείχνει ότι οι οικονομικές δυσκολίες δεν περιορίζονται πλέον στα χαμηλά εισοδήματα, αλλά επεκτείνονται και στα μεσαία στρώματα, με οικογενειακά εισοδήματα έως 25.000 ευρώ. Η αποκλιμάκωση της πίεσης που είχε διαφανεί την περίοδο 2023-2024 φαίνεται να ανακόπτεται, καθώς οι σωρευτικές επιπτώσεις του πληθωρισμού συνεχίζουν να διαβρώνουν το διαθέσιμο εισόδημα.
Σημαντική αύξηση καταγράφεται και στα νοικοκυριά που βιώνουν σοβαρές στερήσεις. Το 12,1% δηλώνει ότι δεν μπορεί να καλύψει βασικές ανάγκες, ενώ πάνω από τους μισούς αναγκάζονται να κάνουν περικοπές ακόμη και σε αναγκαίες δαπάνες. Επιπλέον, το 55,7% αναφέρει ότι δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει, ή θα το έκανε με μεγάλη δυσκολία, ένα έκτακτο έξοδο ύψους 500 ευρώ.
Η αποταμίευση παραμένει άπιαστο όνειρο για τη συντριπτική πλειοψηφία, καθώς το 83,5% των νοικοκυριών δηλώνει αδυναμία να βάλει χρήματα στην άκρη, ποσοστό αυξημένο σε σχέση με πέρυσι. Το φαινόμενο είναι σχεδόν καθολικό στα χαμηλά εισοδήματα, αγγίζει όμως πλέον και τα μεσαία.
Παρά τη μικρή αποκλιμάκωση ορισμένων δεικτών που αφορούν ληξιπρόθεσμες οφειλές, η απαισιοδοξία για το μέλλον παραμένει έντονη. Σχεδόν ένας στους δύο εκτιμά ότι η οικονομική του κατάσταση θα χειροτερέψει τον επόμενο χρόνο, ενώ υψηλό παραμένει και το ποσοστό όσων φοβούνται απώλεια κατοικίας λόγω αδυναμίας πληρωμών.
Σύμφωνα με το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, τα ευρήματα της έρευνας αναδεικνύουν την ανάγκη για πολιτικές δομικού χαρακτήρα, με ενίσχυση των εισοδημάτων, αύξηση μισθών, φορολογικές ελαφρύνσεις και αποτελεσματικό έλεγχο των τιμών, καθώς οι πιέσεις στο βιοτικό επίπεδο των νοικοκυριών τείνουν να αποκτήσουν μόνιμα χαρακτηριστικά και να επηρεάσουν όλο και ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας.






























