Με απόφαση της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) και ειδικότερα της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), απορρίφθηκε σε μεγάλο βαθμό η ενδικοφανής προσφυγή μεγάλης επιχείρησης κατά πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος και ΦΠΑ για το φορολογικό έτος 2018. Με την απόφαση αυτή επικυρώθηκαν καταλογισμοί που υπερβαίνουν τα 2,7 εκατ. ευρώ.
Η υπόθεση προέκυψε κατόπιν μερικού φορολογικού ελέγχου που διενήργησε το Κέντρο Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ.), στο πλαίσιο του οποίου διαπιστώθηκαν εκτεταμένες λογιστικές και φορολογικές αποκλίσεις.
Σύμφωνα με τα ευρήματα του ελέγχου και την κρίση της ΔΕΔ, στην εταιρεία καταλογίστηκε φόρος εισοδήματος ύψους 1.848.805,39 ευρώ, πρόστιμο λόγω ανακρίβειας 924.402,69 ευρώ, ενώ παράλληλα μειώθηκε το πιστωτικό υπόλοιπο ΦΠΑ κατά 124.399,12 ευρώ. Ο έλεγχος αφορούσε σειρά δαπανών που δεν αναγνωρίστηκαν φορολογικά, όπως έξοδα σεμιναρίων προσωπικού, αμοιβές τρίτων, δαπάνες επισκευής και συντήρησης παγίων, συμμετοχές σε ιατρικά συνέδρια, ελλείμματα αποθήκης και προβλέψεις επισφαλών απαιτήσεων.
Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στον λογιστικό και φορολογικό χειρισμό μη εκπιπτόμενου ΦΠΑ επενδυτικών αγαθών, συνολικού ύψους άνω του 1,3 εκατ. ευρώ. Η εταιρεία είχε εξοδοποιήσει τον εν λόγω ΦΠΑ, αντί να τον ενσωματώσει στο κόστος κτήσης των παγίων, κατά παράβαση των προβλέψεων της φορολογικής και λογιστικής νομοθεσίας. Η ΔΕΔ έκρινε ότι ο χειρισμός αυτός αντίκειται στη θεμελιώδη αρχή της αντιπαράθεσης εσόδων και εξόδων, υιοθετώντας πλήρως τη θέση του ελέγχου.
Παρά ταύτα, η απόφαση έκανε μερικώς δεκτούς ορισμένους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας εταιρείας, περιορίζοντας επιμέρους λογιστικές διαφορές, ιδίως σε ό,τι αφορά μέρος των δαπανών για σεμινάρια προσωπικού και επισκευές παγίων, για τις οποίες προσκομίστηκαν επαρκή δικαιολογητικά σε μεταγενέστερο στάδιο.































