Απορριπτική στάση απέναντι στο επιχείρημα ότι τα γραμμάτια προκαταβολής προς τους Δικηγορικούς Συλλόγους μπορούν να θεωρηθούν ασφαλής ένδειξη του πραγματικού ελάχιστου εισοδήματος υιοθέτησε η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, σε απόφασή της που αφορά ενδικοφανή προσφυγή δικηγόρου κατά πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος.
Στην υπόθεση, ο προσφεύγων αμφισβητούσε την εφαρμογή του τεκμηρίου ελάχιστου ετήσιου εισοδήματος για ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι, ειδικά για τον δικηγορικό κλάδο, τα γραμμάτια προκαταβολής που καταβάλλονται στους Δικηγορικούς Συλλόγους συνιστούν αντικειμενικό και αξιόπιστο δείκτη του πραγματικού κατώτατου εισοδήματος από την άσκηση του επαγγέλματος. Κατά την άποψή του, η υποχρεωτική έκδοση των σχετικών γραμματίων και η σύνδεσή τους με συγκεκριμένες επαγγελματικές πράξεις αντανακλούν με ακρίβεια την πραγματική οικονομική δραστηριότητα των δικηγόρων.
Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών δεν αποδέχθηκε το συγκεκριμένο σκεπτικό. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, τα γραμμάτια προκαταβολής αφορούν ελάχιστες αμοιβές για συγκεκριμένες δικηγορικές ενέργειες και δεν αποτυπώνουν το σύνολο της επαγγελματικής δραστηριότητας ούτε μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως γενικό μέτρο προσδιορισμού του ετήσιου εισοδήματος. Κατά τη Διοίκηση, πρόκειται για εργαλείο που εξυπηρετεί συγκεκριμένους θεσμικούς σκοπούς και όχι για μηχανισμό συνολικής αποτίμησης εισοδήματος.
Πρέπει να διευκρινισθεί πως η ΑΑΔΕ δεν αμφισβητεί ότι τα γραμμάτια προκαταβολής συνδέονται με πραγματική δικηγορική εργασία. Αυτό που λέει –και στο οποίο πατάει νομικά– είναι ότι δεν αποτελούν πλήρη και αξιόπιστη ένδειξη του συνολικού ετήσιου εισοδήματος ενός δικηγόρου. Τα γραμμάτια καλύπτουν μόνο συγκεκριμένες πράξεις (παραστάσεις, εξώδικα, συμβόλαια) και μάλιστα με βάση ελάχιστες αμοιβές, όχι την πραγματική συμφωνηθείσα αμοιβή ούτε το σύνολο της δραστηριότητας μέσα στο έτος.
Παράλληλα, στην απόφαση υπογραμμίζεται ότι το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο για το τεκμήριο ελάχιστου εισοδήματος είναι μεταγενέστερο άλλων κανονιστικών ρυθμίσεων που αφορούν τις ελάχιστες αμοιβές των δικηγόρων και δεν προβλέπει ειδική εξαίρεση ή διαφοροποίηση για τον συγκεκριμένο επαγγελματικό κλάδο. Ως εκ τούτου, η φορολογική διοίκηση είναι υποχρεωμένη να εφαρμόζει τον νόμο όπως ισχύει, χωρίς να παρεκκλίνει βάσει επαγγελματικών ιδιαιτεροτήτων που δεν προβλέπονται ρητά.
Τέλος, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών επαναλαμβάνει επίσης ότι ζητήματα συνταγματικότητας των σχετικών διατάξεων δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Διοίκησης, αλλά αποτελούν αντικείμενο ελέγχου από τα αρμόδια δικαστήρια.






























