Σαφή –αν και όχι ρητή– σύγκριση των επιδόσεών του με εκείνες άλλων υπουργείων, και κυρίως όσων εξακολουθούν να συσσωρεύουν υψηλές ληξιπρόθεσμες οφειλές προς ιδιώτες, φαίνεται να επιχειρεί το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών μέσα από τα αναλυτικά στοιχεία που έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2025.
Σε μια περίοδο κατά την οποία οι καθυστερήσεις πληρωμών από φορείς του Δημοσίου επανέρχονται διαρκώς στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης και της κριτικής της αγοράς, το Υπουργείο προβάλλει επιδόσεις που το διαφοροποιούν εμφανώς από τη γενικότερη εικόνα.
Με συνολικό προϋπολογισμό περίπου 1 δισ. ευρώ, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του ανέρχονται μόλις σε 167.000 ευρώ, μέγεθος που θεωρείται οριακό σε σύγκριση με τις εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ που βαραίνουν άλλους τομείς της δημόσιας διοίκησης.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην ταχύτητα εκτέλεσης των πληρωμών, οι οποίες πραγματοποιούνται κατά μέσο όρο σε 23 ημέρες, δηλαδή επτά ημέρες νωρίτερα από το ανώτατο όριο των 30 ημερών που προβλέπει η νομοθεσία, πέραν του οποίου επιβαρύνονται με τόκους υπερημερίας. Το μήνυμα είναι σαφές: το Υπουργείο όχι μόνο τηρεί, αλλά υπερκαλύπτει τις θεσμικές του υποχρεώσεις.
Παράλληλα, από το περίπου 1 δισ. ευρώ που καταβλήθηκε, τα 147 εκατ. ευρώ παρακρατήθηκαν μέσω φορολογικών υποχρεώσεων, γεγονός που μεταφράζεται σε άμεση ενίσχυση της ρευστότητας των δημόσιων ταμείων. Την ίδια στιγμή, καταγράφεται ουσιαστικός περιορισμός των απευθείας αναθέσεων, οι οποίες μειώθηκαν από 120 σε 70 για το σύνολο του 2025, κίνηση που αποδίδεται σε ενίσχυση της διαφάνειας και της χρηστής διαχείρισης.
Χωρίς να κατονομάζει άλλους φορείς, το υπουργείο αφήνει να εννοηθεί ότι η δημοσιονομική πειθαρχία και η συνέπεια στις πληρωμές δεν αποτελούν απλώς τεχνικά μεγέθη, αλλά πολιτική επιλογή — και έμμεσο μέτρο σύγκρισης για το σύνολο της κυβερνητικής λειτουργίας.




























