Σε ιστορικά υψηλά επίπεδα κινήθηκε το ενδιαφέρον των αγορών για τη νέα έκδοση δεκαετούς ομολόγου του Ελληνικού Δημοσίου, με την Ελλάδα να αντλεί 4 δισ. ευρώ με απόδοση 3,47%, χαμηλότερη από το 3,63% της αντίστοιχης έκδοσης πέρυσι, παρά το γεγονός ότι τα ευρωπαϊκά επιτόκια έχουν αυξηθεί κατά περίπου 25 μονάδες βάσης. Την εξέλιξη αυτή ανέδειξε με ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, κάνοντας λόγο για μια έκδοση που «κατέρριψε πολλά ρεκόρ» και συνιστά την πιο πειστική απάντηση σε όσους αμφισβητούν την αξία της επενδυτικής βαθμίδας της χώρας.
Όπως επισήμανε ο υπουργός, το ενδιαφέρον των επενδυτών ήταν πρωτοφανές, με το βιβλίο προσφορών να διαμορφώνεται στα 49,5 δισ. ευρώ από τη συμμετοχή 330 επενδυτών, καταγράφοντας το μεγαλύτερο ύψος προσφορών που έχει σημειωθεί ποτέ σε ελληνική έκδοση. Σύμφωνα με τον ίδιο, η εξέλιξη αυτή μεταφράζεται σε χαμηλότερο κόστος δανεισμού όχι μόνο για το κράτος, αλλά και για τις επιχειρήσεις και τους πολίτες, ενισχύοντας την ανάπτυξη και τη σταθερότητα της οικονομίας.
Η έκδοση πραγματοποιήθηκε από τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους, ο οποίος άντλησε χθες τα 4 δισ. ευρώ μέσω δεκαετούς ομολόγου λήξης Ιουνίου 2036. Το νέο ομόλογο υπερκαλύφθηκε κατά περίπου 12,4 φορές, καθώς η ζήτηση ξεπέρασε τα 49,5 δισ. ευρώ, γεγονός που επέτρεψε τη σημαντική βελτίωση των όρων τιμολόγησης σε σχέση με την αρχική καθοδήγηση προς την αγορά. Η τελική απόδοση διαμορφώθηκε περίπου 40 μονάδες βάσης χαμηλότερα από το αντίστοιχο δεκαετές που είχε εκδοθεί την ίδια περίοδο πέρυσι, εξέλιξη που αποτυπώνει τη βελτίωση του πιστωτικού προφίλ της χώρας και την αυξημένη εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών στην ελληνική οικονομία.
Αναφορικά με τη γεωγραφική κατανομή της έκδοσης, το μεγαλύτερο μέρος κατευθύνθηκε σε επενδυτές από το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία, οι οποίοι απορρόφησαν το 45% του συνολικού ποσού. Ακολούθησαν επενδυτές από τη Γερμανία και την Αυστρία με 11%, τις Ηνωμένες Πολιτείες με 7%, την Ελλάδα με 5%, τη Γαλλία με 4%, τις σκανδιναβικές χώρες και την Ιταλία με 3% αντίστοιχα, ενώ επενδυτές από την Ιβηρική Χερσόνησο κάλυψαν το 5% της έκδοσης. Επιπλέον, το 8% διατέθηκε σε λοιπές ευρωπαϊκές χώρες και το υπόλοιπο 4% σε επενδυτές από άλλες αγορές εκτός Ευρώπης, με το 95% του ομολόγου να καταλήγει συνολικά σε διεθνείς επενδυτές.
Σε επίπεδο επενδυτικού προφίλ, τη μερίδα του λέοντος έλαβαν οι διαχειριστές κεφαλαίων, οι οποίοι απορρόφησαν το 65% της έκδοσης, ενώ ακολούθησαν οι τράπεζες με 22%. Ασφαλιστικοί και συνταξιοδοτικοί οργανισμοί κάλυψαν το 4%, ποσοστό αντίστοιχο με εκείνο των hedge funds, ενώ οι επίσημοι θεσμικοί επενδυτές και οι κεντρικές τράπεζες έλαβαν το 2%. Το υπόλοιπο 3% κατευθύνθηκε σε λοιπούς επενδυτές.
Το κόστος της έκδοσης διαμορφώθηκε σε 0,175% επί της συνολικής ονομαστικής αξίας, με τις αμοιβές των αναδόχων BNP Paribas, BofA Securities, Deutsche Bank, Goldman Sachs Bank Europe SE, J.P. Morgan και Morgan Stanley να ανέρχονται συνολικά σε 7 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, η αμοιβή για τις νομικές υπηρεσίες που παρασχέθηκαν από τα δικηγορικά γραφεία Cleary Gottlieb Steen & Hamilton LLP, Allen Overy Shearman Sterling LLP και τη Δικηγορική Εταιρεία Κουταλίδη ορίστηκε κατ’ ανώτατο όριο στις 320.000 ευρώ.




























