Οι φοροαπαλλαγές στη φορολογία κεφαλαίου δημιουργούν ένα από τα μεγαλύτερα δημοσιονομικά βάρη, όπως προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία του Προϋπολογισμού 2026 που κατατέθηκαν στη Βουλή.
Συνολικά 4.981.442 φορολογούμενοι κάνουν χρήση κάποιου είδους φορολογικής δαπάνης σχετιζόμενης με τη φορολογία κεφαλαίου, με το κόστος για το Δημόσιο να ανέρχεται σε 9,06 δισ. ευρώ. Τα μεγέθη αυτά αναδεικνύουν τόσο τη μεγάλη κλίμακα των απαλλαγών όσο και την έντονη επίδρασή τους στα δημόσια έσοδα, στηρίζοντας τη συζήτηση για ενδεχόμενη αναθεώρηση του πλαισίου τους.
Ενδεικτικά, η μεγαλύτερη δημοσιονομική επιβάρυνση προέρχεται από την φοροαπαλλαγή σε σχέση με τον Ειδικό Φόρο επί των Ακινήτων (ΕΦΑ), που παρότι αφορά σε μόλις 12.519 περιπτώσεις, εμφανίζει κόστος που υπερβαίνει τα 6,34 δισ. ευρώ. Πρόκειται για το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας φορολογικής δαπάνης με εξαιρετικά υψηλό δημοσιονομικό αποτύπωμα σε σχέση με τον αριθμό των δικαιούχων, γεγονός που εγείρει ερωτήματα.
Αξιοσημείωτο είναι και το κόστος από τις απαλλαγές στον φόρο μεταβίβασης ακινήτων, το οποίο φτάνει τα 2,43 δισ. ευρώ, με 13.516 φορολογούμενους να κάνουν χρήση των σχετικών ευεργετημάτων. Παράλληλα, ο ΕΝΦΙΑ εμφανίζει κόστος 93,63 εκατ. ευρώ, αλλά καλύπτει σχεδόν 5 εκατομμύρια δικαιούχους, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο συγκεκριμένος φόρος συγκεντρώνει τον μεγαλύτερο όγκο εφαρμογών φοροαπαλλαγών, αλλά με σχετικά περιορισμένη δημοσιονομική επίπτωση ανά περίπτωση.
Οι απαλλαγές που αφορούν κληρονομιές, δωρεές, γονικές παροχές και κέρδη από τυχερά παίγνια αθροίζουν περισσότερα από 200 εκατ. ευρώ. Ειδικά για τον φόρο κληρονομιών, περιλαμβάνονται και 154 περιπτώσεις που τελούν σε αναβολή φορολογίας, καθώς και μειώσεις για κληρονόμους με αναπηρία 67% και άνω, με κόστος 340.575 ευρώ. Από τις επισημάνσεις του Προϋπολογισμού 2026 προκύπτει πως σε ορισμένες κατηγορίες έχουν ενταχθεί δηλώσεις που δεν μπορούσαν να ταξινομηθούν με ακρίβεια, αλλά προκάλεσαν συνολική απώλεια εσόδων άνω των 1,35 δισ. ευρώ.





























