Χτυπώντας το Σαββατοκύριακο με πυραύλους τη Ντόχα, το Ντουμπάι και τη Μανάμα, το Ιράν δεν διέλυσε μόνο κτίρια από γυαλί και μπετόν - κατέρριψε και την ψευδαίσθηση ότι τα κράτη του Κόλπου αποτελούσαν οάσεις σταθερότητας, απομονωμένες από τις κρίσεις και τις συγκρούσεις της υπόλοιπης Μέσης Ανατολής.
Πλέον οι χώρες της περιοχής βρίσκονται αντιμέτωπες με αυτό που οι αναλυτές περιγράφουν ως μια «αδιέξοδη» επιλογή: να ανταποδώσουν τα πλήγματα, διακινδυνεύοντας να θεωρηθεί ότι μάχονται στο πλευρό του Ισραήλ, ή να παραμείνουν παθητικές την ώρα που οι πόλεις τους καίγονται.
«Για τους ανθρώπους και τους πολιτικούς ηγέτες εδώ, το να βλέπουν τη Μανάμα, τη Ντόχα και το Ντουμπάι να βομβαρδίζονται είναι τόσο παράξενο και αδιανόητο όσο θα ήταν για τους Αμερικανούς να βλέπουν να βομβαρδίζονται η Σάρλοτ, το Σιάτλ ή το Μαϊάμι», δηλώνει στο Al Jazeera η Μόνικα Μαρκς, καθηγήτρια πολιτικής της Μέσης Ανατολής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης στο Άμπου Ντάμπι.
Ο Ρομπ Γκάιστ Πίνφολντ, λέκτορας στο King’s College London, συμφωνεί ότι τα κράτη του Κόλπου είχαν καταβάλει μεγάλες προσπάθειες για να αποτρέψουν στρατιωτική δράση: «Δεν ήθελαν αυτόν τον πόλεμο. Προσπάθησαν με lobbying να τον αποτρέψουν».
Σε αυτό το πλαίσιο, σημειώνει, η προοπτική να εμπλακούν στον πόλεμο - και να θεωρηθεί ότι «συνεργάζονται με τους Ισραηλινούς, αποτελεί τεράστια πρόκληση για τη νομιμοποίησή τους».
Την ίδια ώρα, η παραμονή σε παθητική στάση ενέχει τους δικούς της κινδύνους. Ο Πίνφολντ περιγράφει το δίλημμα των κρατών του Κόλπου ως «γρίφο»: το να μην κάνουν τίποτα ενώ το Ιράν χτυπά επανειλημμένα είναι εξίσου επιζήμιο για το κύρος τους όσο και η είσοδος στον πόλεμο.
Οι χώρες του Κόλπου χάνουν το «brand» τους
Και οι δύο αναλυτές εκτιμούν ότι τα κράτη του Κόλπου ενδέχεται τελικά να επιλέξουν να δράσουν - αλλά με τους δικούς τους όρους.
Ο Πίνφολντ υποστηρίζει ότι είναι πιο πιθανό να εξαπολύσουν πλήγματα, ενδεχομένως μέσω μιας κοινής προσπάθειας του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, όπως η Peninsula Shield Force (PSF), αντί απλώς να ανοίξουν τον εναέριο χώρο τους για τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ.
Οι ηγέτες του Κόλπου ανησυχούν κυρίως για τις ευάλωτες υποδομές τους, εκτιμά η Μαρκς. Μιλώντας για «το πραγματικά εφιαλτικό σενάριο» ξεχωρίζει τα πλήγματα σε ηλεκτρικά δίκτυα, μονάδες αφαλάτωσης και ενεργειακές υποδομές.
«Χωρίς κλιματισμό και αφαλάτωση νερού, οι καυτές και άνυδρες χώρες του Κόλπου είναι ουσιαστικά ακατοίκητες», υποστηρίζει. «Χωρίς ενεργειακές υποδομές, τα κράτη αυτά θα πάψουν να είναι κερδοφόρα, που σημαίνει πως θα λάβουν όποια μέτρα κρίνουν ότι θέτουν λιγότερο σε κίνδυνο αυτά τα συμφέροντα».
Για τον Πίνφολντ η βαθύτερη απειλή αφορά τη φήμη του Κόλπου: Μια σύρραξη θα πλήξει την ήπια ισχύ αυτώ των κρατών - το «brand» τους ως σταθερών, προβλέψιμων καταφυγίων για επενδύσεις και τουρισμό. «Αυτές οι επιχειρήσεις βλάπτουν την φήμη της περιοχής», τονίζει.
Αλλαγή παραδείγματος στη Μέση Ανατολή
Οι δύο αναλυτές σημειώνουν ακόμη ότι η τρέχουσα κρίση σηματοδοτεί μια δραματική μεταβολή στη δυναμική της περιφερειακής ασφάλειας. Για χρόνια, τα κράτη του Κόλπου επικέντρωναν τις ανησυχίες τους σε μη κρατικούς δρώντες, όπως οι Χούθι στην Υεμένη ή η Χεζμπολάχ στον Λίβανο. Πλέον, αυτός ο υπολογισμός έχει αλλάξει.
«Αυτό που βλέπουμε είναι ένα νέο παράδειγμα στη Μέση Ανατολή, ή μια επιστροφή σε ένα πολύ παλιό παράδειγμα, αυτό του πολέμου μεταξύ κρατών», σημειώνει ο Πίνφολντ. «Βλέπουμε στην πραγματικότητα ένα νέο επίπεδο κλιμάκωσης».
Η Μαρκς παρατηρεί ότι πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, τα κράτη του Κόλπου - συμπεριλαμβανομένων των ΗΑΕ - είχαν αρχίσει να θεωρούν το Ισραήλ μεγαλύτερη απειλή για την περιφερειακή σταθερότητα από ό,τι το Ιράν, ιδιαίτερα μετά την ισραηλινή επίθεση κατά ηγετών της Χαμάς στο Κατάρ τον περασμένο Σεπτέμβριο. «Αυτή η εκτίμηση αλλάζει σήμερα».
Το επιθετικό μπαράζ του Ιράν ήταν «ευρύ και ανησυχητικά αδιάκριτο» - και τα χειρότερα ενδέχεται να μην έχουν ακόμη έρθει.





























