Ο εγκέφαλός μας περνάει αυτόματα σε λειτουργία «παιδικής ομιλίας» όταν απευθυνόμαστε σε οποιονδήποτε –άνθρωπο ή σκύλο– που δεν μπορεί να απαντήσει λεκτικά, ένα χαρακτηριστικό που αποκαλύπτει κάτι βαθύ για το πώς είμαστε προγραμματισμένοι ως άνθρωποι να επικοινωνούμε.
Ο Daniel Moran ήταν στη μέση μιας πρότασης για τον καιρό όταν άκουσε τον εαυτό του. Το ηχόχρωμα της φωνής του είχε αλλάξει παντελώς, και αυτή η παράσταση κατευθυνόταν σε ένα μπιγκλ που η μόνη του πραγματική απορία ήταν αν εκείνος βρισκόταν κοντά στο ντουλάπι με τις λιχουδιές.
Η γειτόνισσά του ήταν στην αυλόπορτα. Τα είχε ακούσει όλα. Η ντροπή κράτησε περίπου τέσσερα δευτερόλεπτα, όσο δηλαδή χρειάστηκε για να αρχίσει να κάνει κι εκείνη ακριβώς το ίδιο πράγμα στον δικό της σκύλο. Το να μιλάει κανείς στον σκύλο του σαν σε μικρό παιδί μπορεί να θεωρηθεί από ορισμένους λίγο θλιβερό ή ανώριμο. Αυτό που δείχνει η έρευνα, όμως, είναι κάτι τελείως διαφορετικό.
Ο εγκέφαλός σας ξεχωρίζει σε ποιον μιλάει
Το 2002, μια ομάδα με επικεφαλής τον Denis Burnham κατέγραψε δώδεκα μητέρες να μιλούν με τρεις τρόπους: στο μωρό τους, στο κατοικίδιο της οικογένειας και σε έναν άλλον ενήλικα. Μέτρησαν το μέταλλο της φωνής, τη «ζεστασιά» και ένα τρίτο πράγμα που ονομάζεται «υπερ-άρθρωση φωνηέντων» (vowel hyperarticulation).
Υπερ-άρθρωση σημαίνει να τεντώνεις τα φωνήεντά σου έτσι ώστε το καθένα να ακούγεται όσο το δυνατόν πιο διακριτά από τα γειτονικά του. Φανταστείτε πώς θα προφέρατε τις λέξεις «πέτρα» και «πόρτα» σε κάποιον που δεν έχει ξανακούσει ποτέ αυτές τις λέξεις.
Το μέταλλο της φωνής άλλαξε για το μωρό και το κατοικίδιο σε σχεδόν ολοίδια ποσοστά. Η ζεστασιά αυξήθηκε. Η υπερ-άρθρωση εμφανίστηκε μόνο στην περίπτωση του μωρού.
Αυτή η διαφορά είναι το ενδιαφέρον μέρος. Τα καθαρά φωνήεντα είναι ένα εργαλείο διδασκαλίας, γι' αυτό και χρησιμοποιούνται αποκλειστικά στον ακροατή που κατακτά τη γλώσσα και όχι σε κάποιον που δεν την καταλαβαίνει. Το στόμα αρνείται αθόρυβα να κάνει μάθημα ορθοφωνίας στον σκύλο, επειδή κάπου πολύ κάτω από τη συνειδητή σκέψη έχουμε διαπιστώσει ότι ο σκύλος δεν θα πει ποτέ «μπισκότο».
Δώδεκα γυναίκες είναι μικρό δείγμα, γι' αυτό δεν χρειάζονται απόλυτα συμπεράσματα. Μια μεταγενέστερη δοκιμή, όμως, οδηγεί σίγουρα σε κάποια συμπεράσματα: έντεκα ενήλικες μίλησαν σε έναν ενήλικα, έναν σκύλο, έναν παπαγάλο και ένα βρέφος, και η καθαρότητα των φωνηέντων αυξήθηκε με αυτήν ακριβώς τη σειρά. Ο παπαγάλος λαμβάνει καλύτερη άρθρωση από τον σκύλο, καθώς οι παπαγάλοι μπορεί να επαναλάβουν αυτό που ακούν.
Ο μηχανισμός που τίθεται σε λειτουργία είναι κάθε άλλο παρά παιδαριώδης
Το να αποδίδεις σκέψη και συναισθήματα σε κάτι που μπορεί να μην τα διαθέτει έχει όνομα στην ψυχολογία: ανθρωπομορφισμός. Ο Nicholas Epley και οι συνεργάτες του υποστήριξαν ότι αυτός λειτουργεί με τον ίδιο μηχανισμό που χρησιμοποιούμε και μεταξύ μας, καθοδηγούμενος από τρία πράγματα: πόσο εύκολα εξηγούμε τα όσα συμβαίνουν με βάση την ανθρώπινη λογική, πόσο πολύ θέλουμε να προβλέψουμε το πλάσμα που έχουμε απέναντί μας και πόσο πολύ θέλουμε συντροφιά.
Αυτός ο τρίτος παράγοντας είναι ο λόγος που η συγκεκριμένη διεργασία παρουσιάζεται μερικές φορές ως απόδειξη ότι οι άνθρωποι που κουβεντιάζουν με τα κατοικίδιά τους είναι μόνοι. Η μοναξιά είναι ένας από τους τρεις παράγοντες, και οι άλλοι δύο μένουν συνήθως «στο σκοτάδι». Το να θέλει κανείς να χειριστεί ένα ζώο αποτελεσματικά είναι εξίσου σημαντικός παράγοντας, και κάνει σίγουρα τη μεγαλύτερη δουλειά.
Κατεβάζουμε ταχύτητα γιατί τα σκυλιά είναι φτιαγμένα για αργούς ρυθμούς
Ένα ακόμα εύρημα άλλαξε τη συμπεριφορά του Daniel Moran. Μια ομάδα με επικεφαλής ερευνητές από τη Γενεύη συνέκρινε τους ρυθμούς ομιλίας και την εγκεφαλική δραστηριότητα: είκοσι επτά άνθρωποι που μιλούσαν σε άλλους ανθρώπους και είκοσι δύο που μιλούσαν σε σκύλους, καλύπτοντας πέντε γλώσσες, παράλληλα με ηχογραφήσεις τριάντα σκύλων που έκαναν ήχους σκύλων.
Οι άνθρωποι που απευθύνονταν σε ανθρώπους μιλούσαν με ρυθμό περίπου τέσσερις συλλαβές το δευτερόλεπτο. Απευθυνόμενοι σε σκύλους, έπεφταν στις τρεις περίπου. Οι φωνητικές εκδηλώσεις των σκύλων είναι ακόμα πιο αργές, και η ομιλία που κατευθύνεται σε σκύλους βρίσκεται ανάμεσα στα δύο.
Μετά ήρθαν τα ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα (EEG). Οι ανθρώπινοι εγκέφαλοι συντονίζονται με την ομιλία μέσω ενός γρήγορου νευρωνικού ρυθμού. Οι εγκέφαλοι των σκύλων χρησιμοποιούν έναν βραδύτερο ρυθμό που ταιριάζει με το τέμπο του δικού τους γαυγίσματος και κλάματος. Μειώνοντας τον ρυθμό της, η ανθρώπινη φωνή συντονίζεται στο κανάλι που μπορεί πραγματικά να «δεχτεί» ένας σκύλος.
Κανείς δεν το δίδαξε αυτό στους ανθρώπους. Το κάνουν επειδή ο ακροατής δεν μπορεί να απαντήσει με λέξεις, επομένως προσαρμόζονται στα τυφλά σε ένα κοινό που δεν θα επιβεβαιώσει ποτέ ότι η προσαρμογή λειτούργησε.
Ο τόνος από μόνος του δεν αρκεί
Μια ομάδα στο Γιορκ έβαλε ενήλικους σκύλους μπροστά σε δύο ανθρώπους το 2018. Ο ένας μίλησε με «σκυλίσιο» τρόπο: ψιλή και «ζεστή» φωνή, γεμάτη με «σκυλίσιες» λέξεις. Ο άλλος μίλησε όπως θα μιλούσε σε έναν άλλον άνθρωπο. Τα σκυλιά έδωσαν περισσότερη προσοχή στον πρώτο και επέλεξαν να περάσουν χρόνο κοντά του.
Ο δεύτερος γύρος ανακάτεψε τα συστατικά. Σκυλίσιες λέξεις ειπωμένες επίπεδα, περιεχόμενο ενηλίκων ειπωμένο με τραγουδιστή, μελωδική φωνή. Τα σκυλιά δεν έδειξαν καμία απολύτως προτίμηση.
Επομένως, η φωνή χρειάζεται «φορτίο». Εάν ρωτήσει κανείς «ποιο είναι το καλό το αγόρι;» σαν να διαβάζει ανακοίνωση στο Μετρό, δεν θα πετύχει τίποτα. Ούτε όμως και αν προβεί σε έναν «ζεστό» μονόλογο για τον λογαριασμό του ρεύματος.
Μια παλαιότερη μελέτη χρησιμοποιήσε ηχογραφήσεις και διαπίστωσε ότι τα κουτάβια ανταποκρίθηκαν στο ύφος της φωνής, ενώ οι ενήλικοι σκύλοι όχι. Η ομάδα του Γιορκ χρησιμοποίησε ζωντανούς ανθρώπους στο δωμάτιο, και ίσως αυτή ήταν η αιτία της διαφοροποίησης.
Τι προτείνεται στην πράξη
- Χρήση πραγματικών λέξεων: Όχι μια «ακαταλαβίστικη» ροή λόγου πασπαλισμένη με στοργή, αλλά συγκεκριμένα ουσιαστικά και ρήματα που έχουν βαρύτητα στη ζωή του σκύλου (έξω, φαγητό, περίμενε, πόρτα, κρεβάτι).
- Βραδύτερος ρυθμός: Οι τρεις συλλαβές το δευτερόλεπτο είναι πιο αργές από όσο νομίζει κανείς.
- Συντομία: Σύντομες και ξεκάθαρες προτάσεις.
- Φυσική παρουσία στο δωμάτιο: Η μόνη μελέτη που είχε ένα καθαρό, θετικό αποτέλεσμα στους ενήλικους σκύλους χρησιμοποίησε έναν ζωντανό άνθρωπο, όχι ηχογραφήσεις. Το να φωνάζει κανείς οδηγίες από την άλλη άκρη του διαμερίσματος «δεν πιάνει».
Πηγή: siliconcanals.com































