Στις δεκαετίες του '80 και του '90, οι έφηβοι περνούσαν ώρες στο σταθερό τηλέφωνο μιλώντας με φίλους. Αυτή η τόσο διαδεδομένη συνήθεια, ιδιαίτερα δημοφιλής στα κορίτσια, προκαλούσε συχνά οικογενειακές διαμάχες - καταρχήν λόγω του κόστους των κλήσεων, καθώς δεν υπήρχαν ακόμη τα προγράμματα σταθερής χρέωσης.
Και δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν πολύ πιθανό - αν όχι σύνηθες - άλλα μέλη της οικογένειας να σηκώνουν το ακουστικό και να ακούν τις συνομιλίες από τηλεφωνικές συσκευές σε άλλα δωμάτια του σπιτιού.
Σήμερα, αυτές οι καταστάσεις, τόσο χαρακτηριστικές της Γενιάς X και των πρώτων millennials, έχουν εξαφανιστεί χάρη στα μηνύματα.
«Μια δομική και βαθιά αλλαγή στον τρόπο επικοινωνίας»
Η σύγχρονη επικοινωνία βασίζεται σε πλατφόρμες όπως το WhatsApp, που επιτρέπει την ανταλλαγή γραπτών μηνυμάτων, ηχητικών ή βίντεο. Σε πολλούς εφήβους, μάλιστα, δεν αρέσει πλέον να τηλεφωνούν: εμφανίζουν από επιφυλακτικότητα έως και τρόμο απέναντι στις κλήσεις.
Η ψυχολόγος Αμάγια Πράδο, ειδική στην Εκπαιδευτική και Κλινική Ψυχολογία παιδιών και εφήβων και μέλος του Κολεγίου Ψυχολογίας της Μαδρίτης, σημειώνει σε συνέντευξή της στο περιοδικό Hola ότι αυτή η αποστροφή προς τις τηλεφωνικές κλήσεις αποτελεί «μια δομική και βαθιά αλλαγή στον τρόπο που σχετιζόμαστε» και όχι έλλειψη κοινωνικών δεξιοτήτων.
Για την ειδικό, αυτό είναι το αποτέλεσμα του ψηφιακού περιβάλλοντος στο οποίο η γραπτή ή η άμεση επικοινωνία αποτελεί τον κανόνα.
«Ένα γραπτό μήνυμα σου δίνει τη δυνατότητα να σκεφτείς την απάντηση, να τη διορθώσεις, να σβήσεις λάθη, να την αλλάξεις ακόμα κι αφού την έχεις στείλει ή να τη διαγράψεις, ελέγχοντας έτσι την εικόνα που προβάλλεις με υπολογισμένο και ελεγχόμενο τρόπο», εξηγεί η Πράδο στη συνέντευξή της.
Και προσθέτει σχετικά με τη διαφορά από μια τηλεφωνική κλήση: «Σε μια τηλεφωνική κλήση όμως υπεισέρχονται άλλα στοιχεία: απαιτεί αυθορμητισμό, αντοχή στις σιωπές, ενεργή ακρόαση, παύση για σκέψη, ερμηνεία του τόνου της φωνής και διαχείριση μιας σχετικής αβεβαιότητας σε πραγματικό χρόνο... Για πολλούς νέους, αυτό μπορεί να συνεπάγεται μεγαλύτερη συναισθηματική έκθεση».
Η αλήθεια είναι ότι οι προηγούμενες γενιές έμαθαν να επικοινωνούν όταν το τηλέφωνο ήταν η μόνη επιλογή εξ αποστάσεως. Σήμερα υπάρχουν γραπτά μηνύματα, ηχητικά (που τα λατρεύουν), βιντεοκλήσεις, μέσα κοινωνικής δικτύωσης και συνομιλίες σε διαδικτυακά παιχνίδια.
Ως αποτέλεσμα, το τηλεφώνημα έπαψε να αποτελεί καθημερινή ανάγκη και γίνεται όλο και σπανιότερο. Συννηθισμένοι να ελέγχουν κάθε μήνυμα, ο αυτοσχεδιασμός μιας κλήσης μπορεί να τους προκαλέσει ανασφάλεια και κοινωνικό άγχος.
«Όταν κάποιος έχει συνηθίσει να ελέγχει κάθε λέξη, κάθε διάστημα, κάθε πρόταση που πρόκειται να στείλει, το να έρθει αντιμέτωπος με κάτι απρόβλεπτο απαιτεί άλλες δεξιότητες και αυτό μπορεί να γεννήσει ανασφάλεια», αναφέρει η ειδικός.
Και συμπληρώνει: «Ωστόσο, δεν πρέπει να το ερμηνεύουμε αυτό ως γενικευμένη ανικανότητα· πολλοί νέοι επικοινωνούν συνεχώς, απλώς το κάνουν με διαφορετικό τρόπο από αυτόν των γονέων τους».
Πώς διασκεδάζουν σήμερα οι έφηβοι;
Στις δεκαετίες του '80 και του '90, οι έξοδοι σε κλαμπ ή οι συγκεντρώσεις σε υπαίθριους χώρους για μουσική, κουβέντα και ποτό καθόριζαν την εφηβεία. Ακόμα και όσοι δεν κατανάλωναν αλκοόλ συχνά συμμετείχαν για να μην αποκλειστούν από την παρέα, ακόμα και στα απογευματινά πάρτι.
Αυτά τα πάρτι προορίζονταν για ηλικίες άνω των 14 ή 16 ετών και διοργανώνονταν το απογευμα, πριν την ώρα των κλαμπ. Επίσημα δεν πωλούνταν αλκοόλ, αλλά ήταν εύκολο να μπει κανείς με δανεική ταυτότητα.
Σήμερα, τα «light» πάρτι είναι πολύ πιο αυστηρά όσον αφορά το αλκοόλ, ενώ δεν δείχνουν όλοι οι έφηβοι το ίδιο ενδιαφέρον με τη δεκαετία του '90. Μάλιστα, πολλοί καταναλώνουν λιγότερο αλκοόλ και αθλούνται περισσότερο.
«Δεν υπάρχει πλέον ένα μοναδικό μοντέλο διασκέδασης, που ήταν το ραντεβού για έξοδο σε παμπ», περιγράφει η Αμάγια Πράδο. Και διευκρινίζει: «Πάρα πολλοί νέοι - θα έλεγα σχεδόν όλοι - συνεχίζουν να βγαίνουν με φίλους, αλλά έχουν εμφανιστεί νέες μορφές ψυχαγωγίας που σχετίζονται άμεσα με τη τεχνολογία (βιντεοπαιχνίδια, ψηφιακές πλατφόρμες, περιεχόμενο στα social media…)».
Υπερπροστατευμένοι και υπερβολικά πιεσμένοι, αλλά πολύ πιο συνειδητοποιημένοι
Η σημαντικότερη αλλαγή στη σημερινή εφηβεία σε σύγκριση με τις προηγούμενες γενιές είναι, σύμφωνα με την ειδικό, πως μεγαλώνουν σε έναν κόσμο πολύ πιο σύνθετο, πιο αβέβαιο και πολύ πιο απαιτητικό.
«Έχουν πρόσβαση σε τεράστιο όγκο πληροφοριών, αλλά παράλληλα υπόκεινται σε τεράστια πίεση. Από τη μία πλευρά, είναι νέοι πιο ευαισθητοποιημένοι σε θέματα συναισθηματικής ευεξίας, ψυχικής υγείας, διατροφής, συμπερίληψης και ισότητας… Από την άλλη πλευρά, όμως, ζουν υπό καθεστώς συνεχούς έκθεσης και κάτω από το βλέμμα των άλλων», δηλώνει η ειδικός στη συνέντευξή της στο Hola.
«Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν μετατραπεί σε ένα πεδίο συνεχούς και μόνιμης σύγκρισης», τονίζει.
Υπό αυτή την έννοια, οι συγκρίσεις υπήρχαν πάντα στην εφηβεία· ωστόσο, τώρα είναι πολύ πιο ακραίες και ασκούν πολύ μεγαλύτερο βάρος.
Όπως εξηγεί η Πράδο, «παλαιότερα μπορούσαμε να συγκριθούμε με τους συμμαθητές μας ή την παρέα μας, ενώ τώρα συγκρίνονται με χιλιάδες ανθρώπους που τους βλέπουν καθημερινά στο διαδίκτυο, κι αυτό μπορεί να επηρεάσει την αυτοεκτίμηση και να δημιουργήσει την αίσθηση ότι δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων».
Ένα άλλο ζήτημα που επισημαίνει η ειδικός είναι η παρατηρούμενη υπερπροστασία από τους ενήλικες αναφοράς, όπως οι γονείς.
«Πολλοί έφηβοι έχουν λιγότερη καθημερινή αυτονομία, είναι λιγότερο αποτελεσματικοί και δυσκολεύονται περισσότερο στη λήψη αποφάσεων. Αυτό είναι πολύ παράδοξο, διότι ενώ είναι υπερσυνδεδεμένοι ψηφιακά, ορισμένες φορές έχουν λιγότερες ευκαιρίες να αναπτύξουν μεγαλύτερη ανεξαρτησία στην πραγματική ζωή· είναι σαν να μην ξέρουν πώς να διαχειριστούν ορισμένες καταστάσεις», διευκρινίζει.
Η πραγματικότητα είναι ότι κάθε γενιά αντιμετωπίζει τις δικές της προκλήσεις και οι σημερινές δεν είναι ούτε καλύτερες ούτε χειρότερες σε σύγκριση με εκείνες των δεκαετιών του '80 και του '90. «Απλώς μεγαλώνουν σε έναν ριζικά διαφορετικό κόσμο», αναφέρει η ψυχολόγος.
Και καταλήγει: «Η πλειονότητα είναι νέοι συνειδητοποιημένοι, ευαίσθητοι, με μεγάλη προσαρμοστικότητα, οι οποίοι καλούνται να πορευτούν σε έναν κόσμο γεμάτο υψηλές απαιτήσεις και συνεχή σύγκριση».
Πηγή: clarins.com






























