Είναι από τις ερωτήσεις που κάνουν πάντα τα παιδιά στους γονείς, ακόμα και δεκαετίες μετά την ενηλικίωση, πολλές φορές εν είδει αστείου: Ποιος είναι ο αγαπημένος σου; Λογικά, όλοι έχουμε ακούσει την κλασική απάντηση «Όποιο δάχτυλο κι αν κόψεις, το ίδιο θα πονέσει». Κι όμως, οι γονείς «ξεχωρίζουν» τα παιδιά τους και έχουν αδυναμία σε κάποιο από αυτά.
Αυτή η μεροληψία έχει συνέπειες για τα λιγότερο ευνοημένα παιδιά, όπως δείχνουν έρευνες. Στην παιδική ηλικία, είναι πιο πιθανό να έχουν χειρότερη ψυχική υγεία και οικογενειακές σχέσεις, αλλά και λιγότερες ακαδημαϊκές επιτυχίες σε σύγκριση με τα αδέλφια τους.
Αλλά αυτές οι δυναμικές της οικογένειας μπορούν να επηρεάσουν την ψυχική υγεία πολύ μετά την παιδική ηλικία. Μία μελέτη διαπίστωσε ότι το αν τα ενήλικα παιδιά πίστευαν ότι ήταν η αδυναμία των γονιών τους ή όχι ήταν ισχυρότερος προγνωστικός παράγοντας για την ψυχική υγεία τους σε σύγκριση με οποιονδήποτε άλλο που μετρήθηκε, μεταξύ των οποίων η οικογενειακή κατάσταση, η εργασία και η ηλικία. Μόνο η σωματική υγεία συσχετίστηκε στενότερα.
Από πολύ μικρή ηλικία, τα παιδιά παρακολουθούν στενά πώς τους συμπεριφέρονται σε σύγκριση με τα αδέλφια τους. Εκείνα που νιώθουν ότι δεν ευνοούνται είναι πιο πιθανό να έχουν άγχος και κατάθλιψη, πιο τεταμένες οικογενειακές σχέσεις και να εμπλέκονται σε επικίνδυνες συμπεριφορές ως έφηβοι.
Μάλιστα, η πληγή της διαφορετικής μεταχείρισης δεν φαίνεται να μειώνεται με την πάροδο του χρόνου. Η μεροληψία των γονιών είχε εξίσου μεγάλη σημασία τόσο για 60άρηδες όσο και για 40άρηδες.
«Μπορείς να μιλήσεις με μεγαλύτερους ενήλικες και θα σου πουν τι συνέβη όταν ήταν 5 ετών. Έχουν κολλήσει σε αυτό», σημειώνει η Λόρι Κράμερ, που μελετά τις σχέσεις μεταξύ αδελφών στο πανεπιστήμιο Northeastern.
Ποιος είναι ο αγαπημένος;
Σε μια κοινωνία που αποδοκιμάζει την άνιση μεταχείριση των παιδιών, είναι δύσκολο να μετρηθεί η μεροληψία των γονέων. Όταν η Τζάκλιν Τζιλ Σούτορ, καθηγήτρια κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο Purdue, άρχισε να «στρατολογεί» μητέρες σε μεγάλη έρευνα για τις συνέπειες της μεροληψίας των γονιών, ακόμα και η οικογένειά της είχε αμφιβολίες. «Κανένας δεν θα απαντήσει τις ερωτήσεις σου. Οι καλοί γονείς δεν το κάνουν αυτό», την προειδοποίησε συγγενής της.
Τελικά, μαζί με άλλους ερευνητές, ετοίμασαν πιο έμμεσες ερωτήσεις. Για ποιο παιδί δαπανάτε περισσότερους πόρους; Με ποιο αισθάνεστε συναισθηματικά πιο κοντά; Από ποιο είστε περισσότερο απογοητευμένοι;
Το 2001 στρατολόγησε περισσότερες από 500 μητέρες, με δύο ή περισσότερα ενήλικα παιδιά και άρχισε να παρακολουθεί τις απαντήσεις σε κάποιες από αυτές τις ερωτήσεις. Πλέον έχει μελετήσει κάποιες οικογένειες για τόσο καιρό, που έχει αρχίσει να συγκεντρώνει δεδομένα για τη μεροληψία από τους παππούδες και τις γιαγιάδες.
Το πρώτο απροσδόκητο αποτέλεσμα από αυτά τα δεδομένα ήταν πόσο διαδομένη είναι η μεροληψία. Με βάση τις ερωτήσεις της έρευνας, περίπου τα δύο τρίτα των γονιών προτιμούσαν ένα παιδί τους. Και συνήθως το αγαπημένο τους ήταν το ίδιο άτομο για δεκαετίες.
Δεν υπήρχε σύνολο χαρακτηριστικών που να εγγυώνται ότι κάποιος θα είναι «αδυναμία» των γονιών του, αλλά τα αγαπημένα παιδιά συνήθως είναι οι κόρες και τα μικρότερα από τα αδέλφια.
Μεγάλη ανάλυση που δημοσιεύθηκε το 2025 επίσης διαπίστωσε ότι στην παιδική ηλικία οι κόρες ήταν πιο πιθανό να τύχουν ευνοϊκής μεταχείρισης από τους γονείς. Σημειώνεται ότι συχνά οι έρευνες για το θέμα επικεντρώνονται σε οικογένειες με δύο παιδιά, που σημαίνει ότι τα μεσαία παραβλέπονται.
Οι παράγοντες που κάνουν τη διαφορά
Δεν είναι μόνο επιφανειακοί παράγοντες, όπως η σειρά γέννησης ή το φύλο, που κάνουν τη διαφορά. Οι γονείς τείνουν να έχουν αδυναμία σε παιδιά που είναι πιο δεκτικά ή ευσυνείδητα, πιθανόν επειδή είναι πιο εύκολο να τα μεγαλώσουν, λέει ο Άλεξ Γένσεν, ερευνητής στο πανεπιστήμιο Brigham Young και συγγραφέας της περσινής ανάλυσης.
Επιπλέον, η δρ. Σούτορ διαπίστωσε ότι στην ενήλικη ζωή, ο πιο σημαντικός παράγοντας «αναμφίβολα» ήταν το αν οι γονείς και τα παιδιά είχαν παρόμοιες αξίες, μεταξύ άλλων σε θρησκευτικά και πολιτικά ζητήματα.
Μέσα από τη μελέτη της διαπίστωσε ότι οι παράγοντες που τα ενήλικα παιδιά πίστευαν ότι μπορούσαν να βελτιώσουν τη θέση τους (όπως τα επαγγελματικά επιτεύγματα) ή να την πλήξουν (για παράδειγμα ένας εθισμός ή μια σύλληψη), στην πραγματικότητα είχαν ελάχιστη σχέση με τη μεροληψία της μητέρας τους.
«Είχαμε μητέρες που επισκέπτονταν κάθε εβδομάδα τα παιδιά τους στη φυλακή. Έλεγαν “είμαι πολύ δεμένη με τον Τζόνι, δεν είναι δικό του λάθος, είναι καλό αγόρι”», ανέφερε ως παράδειγμα η δρ. Σούτορ.
Ακόμα, μελέτες που εξέταζαν τις συνέπειες που έχει η μεροληψία στην ψυχική υγεία, διαπίστωσαν πως ήταν πολύ πιο σημαντικό το αν τα παιδιά αντιλαμβάνονταν την άνιση μεταχείριση. Μία από τις μελέτες έδειξε ότι οι γονείς και τα παιδιά διαφωνούσαν πάνω από τις μισές φορές όταν τους ρωτούσαν για την έκταση της διαφορετικής μεταχείρισης, το ποιος ευνοήθηκε από αυτή την ανισότητα και εάν οι διαφορές θεωρούνταν δίκαιες.
Κομμάτι του προβλήματος είναι το γεγονός ότι σπάνια οι γονείς συζητούν τέτοια θέματα με τα παιδιά τους, επεσήμανε η δρ. Κράμερ, συγγραφέας της μελέτης. «Όλοι το σκεφτόμαστε, αλλά κανένας δεν μιλάει για αυτά τα πράγματα», συμπλήρωσε.
Οι γονείς πρέπει να εξηγούν τη διαφορετική συμπεριφορά
Είναι δύσκολη η ερμηνεία αυτών των ευρημάτων. Επειδή οι έρευνες που γίνονται για το θέμα είναι μελέτες παρατήρησης, οι ειδικοί δεν μπορούν να προσδιορίσουν εάν η μεροληψία προκάλεσε αυτές τις αρνητικές επιπτώσεις ή αν για παράδειγμα τα παιδιά που είναι πιο επιρρεπή σε προβλήματα ψυχικής υγείας είναι λιγότερο πιθανό να κερδίσουν την εύνοια.
Όμως, η έρευνα στηρίζει το επιχείρημα ότι οι γονείς θα έπρεπε τουλάχιστον να θίγουν πιο συχνά αυτό το θέμα ταμπού, λέει η δρ. Κράμερ. Όταν οι γονείς φέρονται διαφορετικά τα παιδιά τους, θα έπρεπε να εξηγούν αυτό το σκεπτικό. Ίσως αυτό σημαίνει να εξηγήσουν πως ένας παιδί χρειάζεται περισσότερη βοήθεια με το διάβασμα επειδή δυσκολεύεται στο σχολείο. Ή ότι χρειάζεται νέες πιτζάμες επειδή οι παλιές φθάρθηκαν. Αν ένα παιδί καταλάβει τον λόγο της απόκλισης, πολλές από τις αρνητικές συνέπειες φαίνεται πως μειώνονται.
Τα αρνητικά για τις «αδυναμίες»
Υπάρχουν και αρνητικά στο να είσαι η αδυναμία των γονιών. Παρότι κάποιοι μπορεί να επωφελούνται από μικρές ανισότητες, υποφέρουν όταν γίνεται υπερβολικά μεγάλο το χάσμα ανάμεσα σε εκείνους και τα αδέλφια τους.
Μπορεί να νιώθουν ενοχή ή ότι δεν το αξίζουν, όταν η διαφορά στην αντιμετώπιση γίνεται πολύ προφανής, λέει η Σούζαν Μπράνιε, επικεφαλής του τμήματος Παιδαγωγικής στο πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης. «Στα παιδιά αρέσει η ισότητα και η δικαιοσύνη στις σχέσεις», εξηγεί.
Πηγή: NYT































