Η παραίτηση της πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ,μετά από αίτημα του Λευκού Οίκου εγείρει ένα βασικό ερώτημα: πώς οι πρόεδροι επιλέγουν τους πρέσβεις τους ανά χώρα.
Η Ιβάνα Τραμπ, πρώην σύζυγος του Ντόναλντ Τραμπ που πέθανε το 2022, είχε δηλώσει ότι νόμιζε πως κατά την πρώτη του θητεία ο Τραμπ θα την τοποθετούσε στη θέση της πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Τσεχία. «Από κει κατάγομαι και αυτή είναι η μητρική μου γλώσσα και όλοι με ξέρουν» είχε πει τότε, θεωρώντας ότι κάπως έτσι επιλέγονται οι πρέσβεις για την κάθε χώρα. Η ιστορία μάλλον αποδεικνύει ότι η αλήθεια δεν απέχει πολύ.
Σε παλαιότερο άρθρο της η Washington Post εξηγεί πώς και γιατί επιλέγονται ορισμένοι πρέσβεις και πρέσβειρες και γιατί για άλλους η επιλογή είναι έκπληξη.
Μετά την Ιβάνα, συνεχίζει η Washington Post, υπήρχαν φήμες, κατά την πρώτη θητεία Τραμπ πάντα πως, μία άλλη πρώην της οικογενείας, η δεύτερη σύζυγος του Ντόναλαντ Τραμπ θα αναλάμβανε πρέσβειρα των ΗΠΑ «κάπου στην Αφρική». Ούτε αυτή έγινε. Η μόνη που έγινε - και ήταν μέχρι προσφάτως- ήταν η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, πρώην σύντροφος Τραμπ ναι, αλλά του υιού.
Πρέσβης χωρίς εμπειρία
Η προεδρική επιλογή για κάποιον πρέσβη με ελάχιστη ή καθόλου διπλωματική εμπειρία δεν είναι ασυνήθιστη, όσο περίεργο και αν ακούγεται. Στην περίπτωση των ΗΠΑ, αποτελεί σχεδόν συνήθη τακτική. Όχι όμως και σε άλλες χώρες.
Τις τελευταίες δεκαετίες, σχεδόν το 30% όλων των επικεφαλής πρεσβειών ήταν «πολιτική» επιλογή σύμφωνα με την Ένωση Αμερικανικής Εξωτερικής Υπηρεσίας (AFSA). Το υπόλοιπο 70% ήταν διπλωμάτες, που έχτισαν την καριέρα τους μέσω των υπηρεσιών τους στη διπλωματική υπηρεσία.
Αν και αρκετοί που αποτέλεσαν πολιτική επιλογή ενδέχεται να επιλέχθηκαν λόγω της καταλληλότητάς τους για τη δουλειά, υπάρχει παρόλα αυτά μία αμφισβητούμενη αλλά μακρά παράδοση να δίνεται η θέση του πρέσβη σε χορηγούς ή άτομα που συγκεντρώνουν δωρεές στις προεκλογικές εκστρατείες του εκάστοτε προέδρου.
Σε ηχογράφηση του 1971, που αποκαλύφθηκε στις γνωστές σήμερα ως «Nixon Tapes» ακούγεται ο τότε πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον να λέει στον επικεφαλής του στον Λευκό Οίκο ότι «όποιος θέλει να γίνει πρέσβης θα πρέπει να δώσει τουλάχιστον 250.000».
Οι ακατάλληλοι - χορηγοί για τη δουλειά
Άλλες πάλι φορές, οι υποψήφιοι δεν φαίνεται να είναι κατάλληλοι για τη δουλειά. Όταν ο πρώην πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα πρότεινε τον ξενοδόχο -μεγιστάνα και «συγκεντρωτή» πόρων για την προεκλογική εκστρατεία του, Τζορτζ Τσούνης να γίνει πρέσβης των ΗΠΑ στη Νορβηγία το 2013, εκείνος δέχθηκε επικρίσεις για τις γνώσεις του, ή καλύτερα την έλλειψή αυτών, για τη χώρα από τον γερουσιαστή John McCain. Η απάντησή του, σύμφωνα με νορβηγικό Μέσο τότε ήταν «διστακτική και ασυνάρτητη».
Η απόπειρα του Τσούνης να γίνει πρέσβης στη Νορβηγία τελικά απέτυχε και ο Ομπάμα απέσυρε την υποψηφιότητά του. Τουλάχιστον τότε. Γιατί το το 2022 προτάθηκε από τον πρόεδρο Τζο Μπάιντεν και τελικά έγινε πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα.
Τα προβλήματα και οι ταλαντούχοι
Οι περισσότεροι πρέσβεις διατελούν την θητεία τους χωρίς να προκαλούν σημαντικά προβλήματα στην κεντρική ηγεσία. Άλλοι πάλι όχι. Η Cynthia Stroum, πρέσβειρα των ΗΠΑ στο Λουξεμβούργο από το 2009 ως το 2011, αφού υπήρξε κορυφαία χορηγός της προεκλογικής εκστρατείας Ομπάμα, αργότερα κατηγορήθηκε από το Γραφείο του Γενικού Επιθεωρητή του Στέιτ Ντιπάρμεντ, ότι οδήγησε «βασικά τμήματα της πρεσβείας στο Λουξεμβούργο σε κατάσταση δυσλειτουργίας» λόγω του συγκρουσιακού της στυλ διοίκησης, μεταξύ άλλων προβλημάτων.
Οι υποστηρικτές του συστήματος επισημαίνουν ότι τα πολιτικά διορισμένα πρόσωπα ενδέχεται να διατηρούν στενούς δεσμούς με τον πρόεδρο, γεγονός που τους προσδίδει κύρος στα μάτια τους, ή απλώς να διαθέτουν ιδιαίτερη ικανότητα. Ο τραπεζίτης επενδύσεων Felix Rohatyn διορίστηκε πρεσβευτής στη Γαλλία από τον πρόεδρο Μπιλ Κλίντον το 1997. Μέχρι την αποχώρησή του το 2000, είχε αποκτήσει αξιοζήλευτη φήμη ως ειδικός στη γαλλική πολιτική σκηνή και αποτελούσε πολύτιμο κεφάλαιο για την Ουάσιγκτον. «Πιθανότατα γνώριζε τόσους ανθρώπους στο Παρίσι όσους και στη Νέα Υόρκη», έγραψε αργότερα η Washington Post.
Τα βολικά πόστα
Ο κανόνας ωστόσο που ισχύει, σύμφωνα με την Washington Post, είναι ότι οι πολιτικές επιλογές στέλνονται συνήθως σε πιο βολικά πόστα. Αυτά είναι η Δυτική και Βόρεια Ευρώπη, για παράδειγμα, ή η Καραϊβική. Από την άλλη, οι διπλωμάτες που αναλαμβάνουν τη θέση πρέσβη συνήθως καταλήγουν σε πιο σκοτεινά μέρη. Για παράδειγμα, όλως παραδόξως, κανένας πρέσβης που υπήρξε πολιτική επιλογή δεν έχει ποτέ προταθεί για τη θέση στην Κεντρική Ασία.
Αν και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχει μία διαδικασία επιλογής πρέσβεων από τους διπλωμάτες του, οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η διαδικασία για τους πολιτικούς διορισμούς είναι αδιαφανής.
Οι περιορισμοί
Βέβαια, υπάρχουν ορισμένοι περιορισμοί όσον αφορά τις πολιτικές επιλογές για τη θέση του πρέσβη. Η Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας μπορεί να αρνηθεί την επικύρωση του διορισμού ενός υποψηφίου, ή η χώρα υποδοχής μπορεί να απορρίψει το συγκεκριμένο πρόσωπο, ωστόσο τέτοιες ενέργειες είναι σπάνιες.
Όμως, πολλοί στον χώρο της εξωτερικής πολιτικής εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους για τους πολιτικούς διορισμούς σε αυτές τις κορυφαίες διπλωματικές θέσεις. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η πρακτική αυτή είναι απλώς ξεπερασμένη. «Αυτό που έχουμε είναι ένα νέο σύστημα διανομής αξιωμάτων ως λάφυρα», είχε γράψει το 2013 ο Ted Bromund από το Heritage Foundation.
Ο όρος καθιερώθηκε το 1828 από τον Γερουσιαστή της Νέας Υόρκης, William Marcy και προέρχεται από τη φράση «τα λάφυρα ανήκουν στον νικητή». Η πρακτική αυτή είναι ουσιαστικά άγνωστη στις περισσότερες άλλες ανεπτυγμένες δημοκρατίες, αν και ο Καναδάς και η Βρετανία προχωρούν σε πολιτικούς διορισμούς, αν και σε μικρότερο βαθμό.
Η συντριπτική πλειονότητα των ξένων που ορίζονται για τη θέση του πρέσβη είναι διπλωμάτες καριέρας, ενώ οι περισσότεροι από όσους δεν ανήκουν σε αυτή την κατηγορία είναι, τουλάχιστον, πρώην ανώτατα κυβερνητικά στελέχη.
Όταν ο Ομπάμα ανέλαβε καθήκοντα στον Λευκό Οίκο το 2009, δεσμεύτηκε ότι θα «άλλαζε τις πρακτικές της Ουάσιγκτον», αλλά τήρησε την παράδοση όσον αφορά τους πρέσβεις. Τα στοιχεία της AFSA δείχνουν ότι διατήρησε σχεδόν ακριβώς την αναλογία 30-70 μεταξύ πολιτικών διορισμών και διπλωματών καριέρας, που είχαν καθιερώσει οι προηγούμενοι πρόεδροι.
Ο Τραμπ στη συνέχεια δεσμεύτηκε να «αδειάσει τον βάλτο» όπως είχε πει, να εξαλείψει δηλαδή τη διαφθορά και το κατεστημένο, αλλά η πολιτική του σχετικά με τις επιλογές των εκπροσώπων των ΗΠΑ σε κάθε χώρα, παρέμεινε αδιάλλακτη.
Με πληροφορίες της Washington Post
































