Σε νέα κλιμάκωση της αντιπαράθεσής της με το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο φαίνεται να προχωρά η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, εξετάζοντας την επιβολή ευρύτερων κυρώσεων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν σημαντικά τη λειτουργία του δικαστηρίου στη Χάγη.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, το οποίο επικαλείται Αμερικανούς αξιωματούχους και έγγραφα που έχει στη διάθεσή της η εφημερίδα, το υπό προετοιμασία μέτρο θα μπορούσε να απαγορεύσει τις περισσότερες συναλλαγές με το ΔΠΔ, μετά την παρέλευση μεταβατικής περιόδου περίπου έξι έως επτά μηνών.
Εφόσον υιοθετηθεί, το νέο πακέτο μέτρων θα είναι ευρύτερο από τις μέχρι σήμερα κυρώσεις της Ουάσινγκτον, οι οποίες έχουν επικεντρωθεί σε συγκεκριμένα πρόσωπα που συνδέονται με το Δικαστήριο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η WSJ, οι νέοι περιορισμοί θα αφορούν ένα πολύ μεγαλύτερο εύρος συναλλαγών με το ίδιο το ΔΠΔ, ενώ θα προβλέπεται εξαίρεση για συναλλαγές που σχετίζονται με υπηρεσίες επικοινωνίας. Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που τίθενται είναι η δυνατότητα του Δικαστηρίου να πραγματοποιεί συναλλαγές σε δολάρια και να έχει πρόσβαση στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Δεν έχει γίνει γνωστό πότε ακριβώς θα ληφθεί η τελική απόφαση. Αμερικανοί αξιωματούχοι που επικαλείται η WSJ εκτιμούν ότι η ανακοίνωση θα μπορούσε να γίνει ακόμη και μέσα στην εβδομάδα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη ή αμέσως μετά.
Η υπόθεση Νετανιάχου και η ρήξη με την Ουάσινγκτον
Η αντιπαράθεση ΗΠΑ και ΔΠΔ έχει ενταθεί ιδιαίτερα μετά την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης από το Δικαστήριο για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου και τον πρώην υπουργό Άμυνας Γιόαβ Γκάλαντ, σχετικά με καταγγελλόμενα εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στη Γάζα.
Το Ισραήλ έχει απορρίψει τις κατηγορίες, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι μέλος του ΔΠΔ, όπως επίσης και το Ισραήλ. Η υπόθεση αυτή αποτέλεσε, σύμφωνα με την WSJ, κομβικό σημείο στην επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ Ουάσινγκτον και Δικαστηρίου.
Την ίδια στιγμή, το ΔΠΔ έχει εκδώσει ένταλμα σύλληψης και για τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν σχετικά με την υπόθεση της Ουκρανίας. Η στάση της αμερικανικής κυβέρνησης απέναντι στο Δικαστήριο έχει προκαλέσει έτσι ένα ευρύτερο ζήτημα σχετικά με την αρμοδιότητά του να διερευνά υποθέσεις που αφορούν υπηκόους χωρών οι οποίες δεν έχουν προσχωρήσει στο Καταστατικό της Ρώμης.
Ήδη έχουν επιβληθεί κυρώσεις σε αξιωματούχους
Η Ουάσινγκτον έχει ήδη προχωρήσει σε κυρώσεις κατά δικαστών και στελεχών του ΔΠΔ. Τον Αύγουστο, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ανακοίνωσε κυρώσεις εναντίον της προέδρου του Δικαστηρίου, Τομόκο Ακάνε, και του ανώτερου δικηγόρου της εισαγγελίας Αμπντουλαγιέ Σεγιέ.
Το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ διατηρεί ήδη ειδικό καθεστώς κυρώσεων που αφορά το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, ενώ οι τελευταίες καταχωρίσεις έγιναν στις 18 Αυγούστου 2026.
Το ίδιο το ΔΠΔ έχει καταγγείλει τις αμερικανικές κυρώσεις, υποστηρίζοντας ότι πλήττουν την ανεξαρτησία του και δημιουργούν εμπόδια στην άσκηση της δικαιοδοσίας του.
Ευρωπαϊκές αντιδράσεις
Η αμερικανική πίεση προς το ΔΠΔ έχει ήδη δημιουργήσει αντιδράσεις μεταξύ ευρωπαϊκών χωρών και άλλων κρατών που στηρίζουν το Δικαστήριο. Χώρες της Ευρώπης, καθώς και η Ιαπωνία, έχουν δηλώσει ότι επιθυμούν να στηρίξουν τη λειτουργία του, χωρίς ωστόσο να έχει αποσαφηνιστεί μέχρι στιγμής ο τρόπος με τον οποίο θα αντιμετωπίσουν ένα ενδεχόμενο νέο, ευρύτερο καθεστώς αμερικανικών κυρώσεων.
Η εξέλιξη έρχεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για το διεθνές σύστημα δικαιοσύνης, καθώς οι ηγέτες της διεθνούς κοινότητας βρίσκονται στη Νέα Υόρκη για τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ και η συζήτηση για τον ρόλο των διεθνών θεσμών βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο.
Η τελική απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης αναμένεται πλέον με ενδιαφέρον, καθώς ένα γενικευμένο καθεστώς κυρώσεων θα μπορούσε να έχει πολύ ευρύτερες συνέπειες για τη χρηματοοικονομική και επιχειρησιακή λειτουργία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.






























