Η Τουρκία ενισχύει σταθερά την παρουσία της στην Αφρική, επιχειρώντας να μετατρέψει μια σχέση που για χρόνια στηριζόταν κυρίως στην ανθρωπιστική βοήθεια και την πολιτιστική διπλωματία σε μια ευρύτερη στρατηγική συνεργασία, με αιχμή πλέον την άμυνα, την ασφάλεια και τη διαμεσολάβηση σε περιφερειακές κρίσεις.
Για μεγάλο μέρος των τελευταίων δύο δεκαετιών, η τουρκική παρουσία στην αφρικανική ήπειρο ήταν συνδεδεμένη με τη λεγόμενη «ήπια ισχύ». Νοσοκομεία και αναπτυξιακά έργα της Τουρκικής Υπηρεσίας Συνεργασίας και Συντονισμού (TİKA), υποτροφίες για Αφρικανούς φοιτητές και πολιτιστικά κέντρα του Ινστιτούτου Yunus Emre αποτέλεσαν βασικά εργαλεία της τουρκικής διπλωματίας. Από το Μογκαντίσου έως την Ουαγκαντούγκου, η Άγκυρα επένδυσε σε περιοχές όπου η παρουσία παραδοσιακών δυτικών δυνάμεων είχε σε αρκετές περιπτώσεις περιοριστεί.
Από την ανθρωπιστική βοήθεια στα drones
Η εικόνα αυτή, ωστόσο, σύμφωνα με ανάλυση της Daily Sabah αλλάζει. Χωρίς να εγκαταλείπει την ανθρωπιστική και αναπτυξιακή διάσταση της πολιτικής της, η Τουρκία προσθέτει πλέον στο αφρικανικό της αποτύπωμα τη «σκληρή ισχύ». Τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη Bayraktar TB2 και Akıncı έχουν εξελιχθεί σε ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα σύμβολα αυτής της νέας στρατηγικής, καθώς οι εξαγωγές αμυντικού υλικού χρησιμοποιούνται όχι μόνο ως εμπορικό εργαλείο αλλά και ως μέσο οικοδόμησης μακροχρόνιων σχέσεων ασφαλείας.
Η Αφρική αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πεδία ανάπτυξης αυτού του μοντέλου. Για κυβερνήσεις που βρίσκονται αντιμέτωπες με ένοπλες οργανώσεις, εξεγέρσεις και διασυνοριακές απειλές, τα τουρκικά οπλικά συστήματα προσφέρουν μια επιλογή που παρουσιάζεται ως οικονομικότερη και πολιτικά ευκολότερα προσβάσιμη σε σχέση με αντίστοιχες δυτικές πλατφόρμες. Παράλληλα, οι τουρκικές εξαγωγές συνδέονται συχνά με εκπαίδευση προσωπικού, τεχνική υποστήριξη και ευρύτερες συμφωνίες στρατιωτικής συνεργασίας.
Η Σομαλία αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της στρατηγικής. Η τουρκική στρατιωτική εγκατάσταση εκπαίδευσης στο Μογκαντίσου, η οποία λειτουργεί από το 2017, βρίσκεται στο επίκεντρο μιας πολύπλευρης συνεργασίας που περιλαμβάνει εκπαίδευση των σομαλικών δυνάμεων, στρατιωτικό εξοπλισμό και μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Την ίδια στιγμή, τουρκικά επιχειρηματικά συμφέροντα έχουν αποκτήσει παρουσία σε κρίσιμες υποδομές της σομαλικής πρωτεύουσας, όπως το λιμάνι και το αεροδρόμιο.
Η σχέση με τη Σομαλία δείχνει πώς η Άγκυρα επιχειρεί να συνδέσει την ασφάλεια με την οικονομία και τη διπλωματία. Η επιρροή που έχει αποκτήσει στην περιοχή επέτρεψε στην Τουρκία να αναλάβει και ρόλο μεσολαβητή στην κρίση μεταξύ Σομαλίας και Αιθιοπίας, η οποία ξέσπασε μετά το μνημόνιο που υπέγραψε η Αντίς Αμπέμπα με τη Σομαλιλάνδη τον Ιανουάριο του 2024. Η Άγκυρα επιδίωξε να αξιοποιήσει τις σχέσεις της και με τις δύο πλευρές ώστε να δημιουργήσει δίαυλο αποκλιμάκωσης, αναδεικνύοντας μια διαφορετική διάσταση της αυξανόμενης παρουσίας της στο Κέρας της Αφρικής.
Η επέκταση στο Σαχέλ και τη Δυτική Αφρική
Ανάλογη κινητικότητα καταγράφεται και στο Σαχέλ. Ο Νίγηρας, μετά το πραξικόπημα του 2023 και την αποχώρηση γαλλικών στρατιωτικών δυνάμεων, έχει στραφεί σε νέους εταίρους στον τομέα της ασφάλειας, με την Τουρκία να διεκδικεί ενισχυμένο ρόλο. Η Άγκυρα επιχειρεί να καλύψει μέρος του κενού που αφήνει η υποχώρηση παραδοσιακών ευρωπαϊκών δυνάμεων, προσφέροντας στρατιωτικό εξοπλισμό και συνεργασία χωρίς το ίδιο πλαίσιο πολιτικών προϋποθέσεων που συχνά συνοδεύει τις δυτικές συμφωνίες.
Στη Νιγηρία, τα τουρκικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη και άλλα αμυντικά συστήματα εντάσσονται στις προσπάθειες αντιμετώπισης ένοπλων οργανώσεων, ενώ αντίστοιχη παρουσία καταγράφεται στο Μάλι και σε άλλες χώρες της περιοχής. Η Αιθιοπία έχει επίσης χρησιμοποιήσει τουρκικής κατασκευής drones στις συγκρούσεις των προηγούμενων ετών, γεγονός που ενίσχυσε την προβολή των συγκεκριμένων συστημάτων σε ολόκληρη την ήπειρο.
Η στρατηγική της Άγκυρας δεν περιορίζεται, πάντως, στην πώληση έτοιμων οπλικών συστημάτων. Η προοπτική ανάπτυξης εγκαταστάσεων παραγωγής και συντήρησης στην Αφρική δείχνει την πρόθεση της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας να αποκτήσει πιο μόνιμη παρουσία. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να εντάξει τουρκικές εταιρείες βαθύτερα στις αμυντικές υποδομές αφρικανικών κρατών, δημιουργώντας σχέσεις που θα ξεπερνούν κατά πολύ μια μεμονωμένη αγορά εξοπλισμού.
Η επέκταση του δικτύου συνεργασιών προς χώρες της Ανατολικής, Βόρειας και Δυτικής Αφρικής αποτυπώνει έτσι μια ευρύτερη φιλοδοξία: η Τουρκία επιδιώκει να καθιερωθεί ως ένας εναλλακτικός εταίρος για κυβερνήσεις που αναζητούν στρατιωτικές δυνατότητες, επενδύσεις και πολιτική συνεργασία χωρίς να εξαρτώνται αποκλειστικά από τις πρώην αποικιακές δυνάμεις, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Ρωσία ή την Κίνα.
Τα όρια της «σκληρής ισχύος»
Η ταχεία εξάπλωση των στρατιωτικών συνεργασιών εγείρει, ωστόσο, και ερωτήματα για τα όρια αυτής της πολιτικής. Πολλές από τις συγκρούσεις που ταλανίζουν την Αφρική δεν αποτελούν αποκλειστικά στρατιωτικά προβλήματα. Συνδέονται με αδύναμους κρατικούς θεσμούς, κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, ανταγωνισμούς για τη γη και τους φυσικούς πόρους και χρόνιες πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Τα drones μπορούν να περιορίσουν τις επιχειρησιακές δυνατότητες μιας ένοπλης οργάνωσης και να προσφέρουν σημαντικό πλεονέκτημα στις κυβερνητικές δυνάμεις. Δεν μπορούν, όμως, από μόνα τους να δημιουργήσουν αποτελεσματικούς θεσμούς, να επιλύσουν κοινωνικές συγκρούσεις ή να αντιμετωπίσουν τις αιτίες που τροφοδοτούν τη στρατολόγηση σε οργανώσεις όπως η al-Shabab, η Μπόκο Χαράμ και τα εξτρεμιστικά δίκτυα του Σαχέλ.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται και το μεγάλο στοίχημα της τουρκικής πολιτικής. Η μακροπρόθεσμη επιρροή της Άγκυρας στην Αφρική δεν θα κριθεί μόνο από τον αριθμό των Bayraktar που θα πωληθούν ή από τις νέες συμφωνίες στρατιωτικής συνεργασίας. Θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο η Τουρκία θα μπορέσει να μετατρέψει τη θέση της ως προμηθευτή ασφάλειας σε διαρκή πολιτική, οικονομική και διπλωματική επιρροή.
Η τουρκική στρατηγική φαίνεται, συνεπώς, να στηρίζεται σε δύο παράλληλους πυλώνες: από τη μία πλευρά στη «σκληρή ισχύ» των αμυντικών εξαγωγών, της στρατιωτικής εκπαίδευσης και των συμφωνιών ασφαλείας και από την άλλη στην «ήπια ισχύ» της ανθρωπιστικής βοήθειας, της εκπαίδευσης, των επενδύσεων και της διαμεσολάβησης.






























