Την ανάγκη λήψης άμεσων μέτρων για τη στήριξη των εμπορικών επιχειρήσεων επισημαίνει ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ, Σταύρος Καφούνης, με αφορμή τα στοιχεία για την πορεία του κύκλου εργασιών στο λιανικό εμπόριο κατά το δεύτερο τρίμηνο και το πρώτο εξάμηνο του 2026.
Ο κ. Καφούνης σε σημερινή του δήλωση εν όψει της ΔΕΘ κάνει λόγο για «ισχυρούς κλυδωνισμούς» στο ελληνικό εμπόριο, σημειώνοντας ότι κατά το δεύτερο τρίμηνο ο πραγματικός κύκλος εργασιών των εμπορικών επιχειρήσεων, εξαιρουμένων των τροφίμων, των οχημάτων και των καυσίμων, μειώθηκε κατά 3,7%. Όπως επισημαίνει, η επίδοση ήταν χειρότερη από εκείνη του πρώτου τριμήνου, ενώ η κάμψη εμφανίζεται πλέον με ιδιαίτερη ένταση και στις μεγάλες επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΕΣΕΕ, η υποχώρηση του τζίρου συνδέεται με τη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος και της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών, υπό την επίδραση του σωρευτικού πληθωρισμού, καθώς και με τις αυξημένες δαπάνες για διατροφή, στέγαση και ενέργεια. Στους παράγοντες που επηρεάζουν την αγορά εντάσσει επίσης την αλλαγή του καταναλωτικού μοντέλου και τη μεταφορά μέρους της κατανάλωσης προς πολυεθνικές ψηφιακές πλατφόρμες.
Ο κ. Καφούνης αναφέρεται ακόμη στην περιορισμένη πρόσβαση των επιχειρήσεων σε ρευστότητα, στην αύξηση του λειτουργικού κόστους, στις πιέσεις από τον ανταγωνισμό των ηλεκτρονικών πλατφορμών και στις φορολογικές και ασφαλιστικές επιβαρύνσεις, σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας. Στο πλαίσιο αυτό, ζητεί μέτρα για την ελάφρυνση των φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών, την ενίσχυση του ανταγωνισμού και την υποστήριξη της επιχειρηματικότητας, συνδέοντας τις παρεμβάσεις αυτές με τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.
Πτώση 6,1% στις μεγάλες επιχειρήσεις
Τα στοιχεία του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ αποτυπώνουν υποχώρηση του πραγματικού κύκλου εργασιών κατά 3,7% στο λιανικό εμπόριο, εκτός τροφίμων, οχημάτων και καυσίμων, κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026 σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Σε ονομαστικές τιμές, ο τζίρος αυξήθηκε κατά 1,2%, με την ανάλυση να αποδίδει τη διαφορά στην επίδραση της ανόδου των τιμών.
Μεγαλύτερη ήταν η υποχώρηση στις μεγάλες επιχειρήσεις, οι οποίες κατέγραψαν μείωση των πραγματικών πωλήσεων κατά 6,1% και των ονομαστικών κατά 1,3%. Στο σύνολο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ο πραγματικός τζίρος μειώθηκε κατά 2,9%, ενώ σε ονομαστικές τιμές αυξήθηκε κατά 2%.
Μεταξύ των ΜμΕ καταγράφονται διαφοροποιήσεις ανάλογα με το μέγεθος. Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις εμφάνισαν μείωση 3,8% στον πραγματικό τους τζίρο και οι μικρές 3,2%. Αντίθετα, στις μεσαίες επιχειρήσεις καταγράφηκε πραγματική αύξηση 2,3%, ενώ σε ονομαστικές τιμές η άνοδος έφθασε το 7,5%.
Η υποχώρηση αποτυπώνεται και στα στοιχεία για το σύνολο του πρώτου εξαμήνου του 2026. Ο πραγματικός κύκλος εργασιών του κλάδου μειώθηκε κατά 2,3% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, παρά την αύξηση κατά 1,6% σε ονομαστικές τιμές.
Στις μεγάλες επιχειρήσεις, οι πραγματικές πωλήσεις μειώθηκαν κατά 2,8% στο εξάμηνο, ενώ στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις η πτώση διαμορφώθηκε στο 2,1%. Στο εσωτερικό των ΜμΕ, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις εμφάνισαν μείωση 3,4% και οι μικρές 1,7%, ενώ οι μεσαίες κατέγραψαν αύξηση 3,7%.
Σε ονομαστικούς όρους, πάντως, ο συνολικός κύκλος εργασιών κατά το πρώτο εξάμηνο αυξήθηκε κατά 210,9 εκατ. ευρώ και διαμορφώθηκε στα 13,1 δισ. ευρώ, από 12,9 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.
Οι κλάδοι με άνοδο και πτώση
Σε επίπεδο επιμέρους δραστηριοτήτων, τη μεγαλύτερη πραγματική αύξηση τζίρου στο πρώτο εξάμηνο κατέγραψαν τα ιατρικά και ορθοπεδικά είδη, με 10,3%, και ακολούθησαν τα ρολόγια και κοσμήματα με 9,8%, τα σιδηρικά και χρώματα με 6,2% και οι ηλεκτρικές οικιακές συσκευές με 4,8%.
Στον αντίποδα, στα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα ο πραγματικός τζίρος μειώθηκε κατά 10,9%, στα βιβλία κατά 6,3%, στα καινούργια είδη, όπως οπτικά, δώρα, σουβενίρ και είδη τέχνης, κατά 6% και στα έπιπλα και φωτιστικά κατά 5,7%. Οι πωλήσεις υποδημάτων παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητες, με πτώση 0,9%.
Η ανάλυση καταγράφει, τέλος, μείωση του πραγματικού κύκλου εργασιών σε όλες τις περιφέρειες της χώρας κατά το πρώτο εξάμηνο. Οι μεγαλύτερες υποχωρήσεις σημειώθηκαν στην Πελοπόννησο, με 3,9%, στη Δυτική Ελλάδα, με 3,8%, και στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, με 3,3%. Οι ηπιότερες μειώσεις καταγράφηκαν στην Ήπειρο, με 0,9%, στη Θεσσαλία, με 1,3%, και στο Βόρειο Αιγαίο, με 1,5%.






























