Για δεκαετίες, η επιστημονική κοινότητα θεωρούσε ότι η κατασκευή και χρήση εργαλείων αποτελούσε αποκλειστικό γνώρισμα του ανθρώπου. Η πεποίθηση αυτή, που είχε εδραιωθεί ήδη από τα μέσα του 20ού αιώνα, ανατράπηκε το 1960 χάρη στις παρατηρήσεις μιας νεαρής γυναίκας χωρίς πανεπιστημιακό πτυχίο και χωρίς επίσημη επιστημονική εκπαίδευση. Η Τζέιν Γκούντολ, με τη βοήθεια του παλαιοανθρωπολόγου Λούις Λίκι, έμελλε να αλλάξει για πάντα τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη σχέση ανθρώπου και ζώων.
Το 1960, ο διάσημος ανθρωπολόγος και παλαιοανθρωπολόγος Λούις Λίκι επέλεξε την 26χρονη Αγγλίδα, που μέχρι τότε εργαζόταν ως γραμματέας, για να μελετήσει τους άγριους χιμπατζήδες στο καταφύγιο Γκόμπε, στις όχθες της λίμνης Τανγκανίκα, στη σημερινή Τανζανία. Η επιλογή του θεωρήθηκε ασυνήθιστη, καθώς η Γκούντολ δεν διέθετε πανεπιστημιακό τίτλο ούτε εμπειρία στην επιστημονική έρευνα.
Εκείνη την εποχή, η χρήση εργαλείων θεωρούνταν το βασικό χαρακτηριστικό που διαφοροποιούσε τον άνθρωπο από τα υπόλοιπα ζώα. Το 1949, ο Βρετανός φυσικός ανθρωπολόγος Κένεθ Όουκλεϊ είχε υποστηρίξει ότι η κατασκευή εργαλείων αποτελούσε το σημαντικότερογνώρισμα του ανθρώπου. Η άποψη αυτή είχε κυριαρχήσει στην επιστημονική σκέψη.
Η λεπτομέρεια που έκανε τη διαφορά
Λίγους μόλις μήνες μετά την άφιξή της στο Γκόμπε, η Γκούντολ έγινε μάρτυρας μιας παρατήρησης που θα άλλαζε την ιστορία της επιστήμης. Τον Νοέμβριο του 1960 είδε έναν αρσενικό χιμπατζή, τον οποίο είχε ονομάσει «Ντέιβιντ Γκριζογένη», να αφαιρεί φύλλα από ένα λεπτό κλαδί και στη συνέχεια να το χρησιμοποιεί για να «ψαρεύει» τερμίτες από τον λόφο τους.
Η λεπτομέρεια που έκανε τη διαφορά ήταν ότι ο χιμπατζής δεν χρησιμοποιούσε απλώς ένα αντικείμενο που βρισκόταν στο περιβάλλον του. Το τροποποιούσε ώστε να εξυπηρετεί έναν συγκεκριμένο σκοπό, δημιουργώντας ουσιαστικά ένα εργαλείο.
Η ίδια η Γκούντολ έχει περιγράψει αργότερα τη στιγμή ως συγκλονιστική. Όπως ανέφερε, δυσκολεύτηκε να πιστέψει αυτό που έβλεπε, καθώς μέχρι τότε ο άνθρωπος οριζόταν ως «ο κατασκευαστής εργαλείων».
Όταν ενημερώθηκε ο Λούις Λίκι, αντιλήφθηκε αμέσως τη σημασία της ανακάλυψης. Η περίφημη φράση του έμεινε στην ιστορία: «Τώρα πρέπει είτε να επαναπροσδιορίσουμε τα εργαλεία, είτε να επαναπροσδιορίσουμε τον άνθρωπο, είτε να αποδεχτούμε τους χιμπατζήδες ως ανθρώπους».
Η αξία της διαφορετικής ματιάς στην επιστήμη
Η επιτυχία της Γκούντολ ανέδειξε και την αξία της διαφορετικής ματιάς στην επιστήμη. Ο Λίκι πίστευε ότι ένας ερευνητής χωρίς προκαθορισμένες επιστημονικές αντιλήψεις ίσως ήταν πιο πιθανό να παρατηρήσει συμπεριφορές που οι ειδικοί θα αγνοούσαν επειδή δεν ταίριαζαν με τις επικρατούσες θεωρίες. Η Γκούντολ, αντί να αριθμεί τους χιμπατζήδες, τους έδινε ονόματα και κατέγραφε σχολαστικά όσα πραγματικά παρατηρούσε.
Παρότι τα συμπεράσματά της αμφισβητήθηκαν αρχικά, η ίδια εκτιμούσε ότι κάθε ανακάλυψη που αμφισβητεί την ανθρώπινη μοναδικότητα προκαλεί έντονες αντιδράσεις. Ωστόσο, η επιστημονική κοινότητα σταδιακά αναγνώρισε το έργο της. Το 1966 απέκτησε διδακτορικό στη συμπεριφορά των ζώων από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, αποτελώντας μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις που μπήκαν στο πανεπιστήμιο χωρίς προηγούμενο πανεπιστημιακό πτυχίο.
Και άλλα ζώα χρησιμοποιούσαν εργαλεία
Η ανακάλυψη στο Γκόμπε αποτέλεσε μόνο την αρχή. Τη δεκαετία του 1980 καταγράφηκαν χιμπατζήδες στην Ακτή Ελεφαντοστού να χρησιμοποιούν πέτρες και ξύλα ως σφυριά για να σπάνε καρύδια, ενώ αργότερα αποδείχθηκε ότι και άλλα είδη παρουσιάζουν αντίστοιχες συμπεριφορές.
Τα κοράκια της Νέας Καληδονίας κατασκευάζουν εργαλεία με αγκίστρια από κλαδιά και διαμορφώνουν φύλλα για να εξάγουν έντομα από σχισμές, ενώ στον Κόλπο Shark της Δυτικής Αυστραλίας έχουν παρατηρηθεί ρινοδέλφινα να χρησιμοποιούν θαλάσσια σφουγγάρια για να προστατεύουν το ρύγχος τους κατά την αναζήτηση τροφής στον βυθό. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά μάλιστα φαίνεται να μεταδίδεται από γενιά σε γενιά.



























