Το αποτύπωμα αερίων του θερμοκηπίου που συνδέεται με την κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανήλθε το 2023 στους 9,0 τόνους ισοδυνάμων διοξειδίου του άνθρακα (CO₂) ανά κάτοικο, καταγράφοντας μείωση περίπου ενός τόνου σε σύγκριση με το 2022, όταν είχε διαμορφωθεί στους 10,0 τόνους.
Ο συγκεκριμένος δείκτης αποτυπώνει τις εκπομπές που παράγονται σε ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής των προϊόντων που καταναλώνονται στην ΕΕ, ανεξάρτητα από το πού αυτές πραγματοποιούνται, συμπεριλαμβάνοντας και τις εκπομπές που «ενσωματώνονται» σε εισαγόμενα αγαθά και υπηρεσίες.
Σε επίπεδο κρατών-μελών, τα χαμηλότερα κατά κεφαλήν αποτυπώματα καταγράφηκαν στην Πορτογαλία με 6,5 τόνους ισοδυνάμων CO₂, στη Βουλγαρία με 6,8 τόνους και στη Σουηδία και τη Ρουμανία με 6,9 τόνους αντίστοιχα.
Στον αντίποδα, τις υψηλότερες τιμές παρουσίασαν η Κύπρος με 14,8 τόνους ανά κάτοικο, η Ιρλανδία με 14,0 τόνους και το Λουξεμβούργο με 12,7 τόνους, αναδεικνύοντας τις έντονες διαφοροποιήσεις που εξακολουθούν να υφίστανται εντός της Ένωσης.
Σε απόλυτα μεγέθη, το συνολικό αποτύπωμα αερίων του θερμοκηπίου από την κατανάλωση στην ΕΕ έφτασε το 2023 τα 4,0 δισεκατομμύρια τόνους ισοδυνάμων CO₂, ενώ οι εκπομπές που προήλθαν από την παραγωγή εντός της Ένωσης διαμορφώθηκαν σε 3,3 δισεκατομμύρια τόνους. Την περίοδο 2013-2023 τόσο οι εκπομπές που βασίζονται στην κατανάλωση όσο και εκείνες της παραγωγής ακολούθησαν πτωτική πορεία, μειούμενες κατά 12,9% και 18,6% αντίστοιχα. Η πανδημία προκάλεσε απότομη πτώση το 2020, ωστόσο μέχρι το 2023 οι εκπομπές που συνδέονται με την κατανάλωση είχαν επιστρέψει στα επίπεδα εκείνης της χρονιάς, την ώρα που οι εκπομπές από την παραγωγή συνέχισαν να μειώνονται περαιτέρω κατά 3,5%.






























