Κακοδιαπραγματευόμενη χαρακτηρίζει σε ανάρτησή του ο Ντόναλντ Τραμπ την συνθήκη New START για τα πυρηνικά που έληξε την Πέμπτη.
Αντ' αυτής, ο Τραμπ, αφού εξυμνεί τον εαυτό του για τους πυρηνικούς πολέμους, που δεν ξέσπασαν λόγω των δικών του προσπαθειών, προτείνει μία νέα συνθήκη.
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι η πιο ισχυρή χώρα στον κόσμο. Ανανέωσα πλήρως τον Στρατό κατά την πρώτη μου θητεία, συμπεριλαμβανομένων νέων και πολλών ανακαινισμένων πυρηνικών όπλων. Πρόσθεσα επίσης Διαστημική Δύναμη και τώρα συνεχίζουμε να ανοικοδομούμε τον Στρατό μας σε επίπεδα που δεν έχουμε ξαναδεί. Προσθέτουμε ακόμη και Θωρηκτά, τα οποία είναι 100 φορές πιο ισχυρά από αυτά που περιπλανιόντουσαν στις θάλασσες κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου - την Αϊόβα, το Μιζούρι, την Αλαμπάμα και άλλα» έγραψε ο Τραμπ.
Πρόσθεσε πως «Έχω σταματήσει το ξέσπασμα Πυρηνικών Πολέμων σε όλο τον κόσμο μεταξύ Πακιστάν και Ινδίας, Ιράν και Ισραήλ, και Ρωσίας και Ουκρανίας. Αντί να παρατείνουμε μία «New START» (Μια κακοδιαπραγματευόμενη συμφωνία από τις Ηνωμένες Πολιτείες που, εκτός από όλα τα άλλα, παραβιάζεται κατάφωρα), θα πρέπει να ζητήσουμε από τους πυρηνικούς μας εμπειρογνώμονες να εργαστούν σε μια νέα, βελτιωμένη και εκσυγχρονισμένη Συνθήκη που μπορεί να διαρκέσει πολύ στο μέλλον».
Την Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου του 2026, έληξε η Νέα Συνθήκη για τη Μείωση των Στρατηγικών Όπλων, γνωστή ως New START, της τελευταίας δηλαδή εναπομένουσας διμερούς συνθήκης μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ, που περιορίζει τα πυρηνικά οπλοστάσια στις δύο υπερδυνάμεις.
Τι είναι η New START και ποιοι οι περιορισμοί της
Η New START υπογράφηκε το 2010 από τον τότε Πρόεδρο των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα και τον τότε Ρώσο ομόλογό του Ντμίτρι Μεντβέντεφ, στενό σύμμαχο του Βλαντιμίρ Πούτιν, σε μια περίοδο που οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών βρίσκονταν σε διπλωματική «επανεκκίνηση». Η συνθήκη τέθηκε σε ισχύ το 2011 και σχεδιάστηκε για να περιορίσει την πιο καταστροφική κατηγορία πυρηνικών όπλων: τα στρατηγικά όπλα μεγάλου βεληνεκούς ικανά να χτυπήσουν σημαντικούς πολιτικούς, στρατιωτικούς και βιομηχανικούς στόχους.
Η New START περιόριζε τις ΗΠΑ και τη Ρωσία σε 1.550 αναπτυγμένες στρατηγικές πυρηνικές κεφαλές για την καθεμία, 800 αναπτυγμένους και μη αναπτυγμένους εκτοξευτές και όχι παραπάνω από 700 αναπτυγμένους διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους, βαλλιστικούς πυραύλους που εκτοξεύονται από υποβρύχια και βαρέα βομβαρδιστικά.
Η συνθήκη παρείχε εκτεταμένα μέτρα διαφάνειας, όπως:
- Επιτόπιες επιθεωρήσεις σε σύντομες προθεσμίες στις πυρηνικές βάσεις της καθεμίας χώρας
- Τακτικές ανταλλαγές δεδομένων και ειδοποιήσεις σχετικά με τον αριθμό και την κατάσταση των συστημάτων που υπόκεινται σε συνθήκη σε κάθε πλευρά
- Εκθέσεις νέων τύπων και παραλλαγών συστημάτων που υπόκεινται σε συνθήκη
- Την υποχρέωση να μην παρεμβαίνει στα εθνικά τεχνικά μέσα της άλλης πλευράς για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης
- Την ίδρυση της Διμερούς Συμβουλευτικής Επιτροπής (BCC), ενός οργάνου συμμόρφωσης και εφαρμογής που υποχρεούται να συνεδριάζει τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο.
Τα τελευταία κεφάλαια της New START
Οι ΗΠΑ και η Ρωσία συμφώνησαν αμοιβαία να σταματήσουν τις επιτόπιες επιθεωρήσεις και τις συναντήσεις της BCC κατά τη διάρκεια του κορωνοϊού. Το δεύτερο εξάμηνο του 2022, οι ΗΠΑ επεδίωξαν να επανεκκινήσουν τα μέτρα και να εφαρμόσουν αμοιβαία και οι δύο χώρες τη New START στο σύνολό της. Η Ρωσία όμως απέρριψε αυτές τις προσπάθειες και, τον Φεβρουάριο του 2023, ο Βλαντιμίρ Πούτιν ανακοίνωσε την αναστολή της New START από πλευράς Ρωσίας, επικαλούμενος την υποστήριξη των ΗΠΑ προς την Ουκρανία και «άλλες εχθρικές ενέργειες της Δύσης».
Παρόλο που η Ρωσία δεσμεύτηκε να τηρήσει τα βασικά όρια της συνθήκης, σταμάτησε να εκπληρώνει τις διατάξεις επαλήθευσης της New START και να συμμετέχει στην BCC. Οι ΗΠΑ από την πλευρά τους, θεώρησαν την αναστολή της Ρωσίας «ανεύθυνη και παράνομη» και διαπίστωσαν πως η Μόσχα δεν συμμορφώνεται με τη New START από το 2022 καθώς αρνήθηκε να επιτρέψει επιθεωρήσεις, να συναντηθεί στην BCC και να παράσχει στις ΗΠΑ πληροφορίες και ειδοποιήσεις σχετικά με την κατάσταση των πυρηνικών δυνάμεών της. Σε απάντηση στις παραβιάσεις της Μόσχας, οι ΗΠΑ εφάρμοσαν αντίμετρα και άρχισαν να παρακρατούν δεδομένα της συνθήκης και να αρνούνται στη Ρωσία τη δυνατότητα να διεξάγει επιτόπιες επιθεωρήσεις πυρηνικών βάσεων των ΗΠΑ.
Σύμφωνα με τις ετήσιες εκθέσεις του Αμερικανικού ΥΠΕΞ σχετικά με την εφαρμογή της New START, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν εντοπίσει καμία ρωσική υπέρβαση των κεντρικών ορίων της συνθήκης. Ωστόσο, οι τρεις τελευταίες συνεχόμενες εκθέσεις αναφέρουν πως η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων επαλήθευσης από τη Ρωσία, ιδίως με το να μην επιτρέπει επιτόπιες επιθεωρήσεις στις πυρηνικές της βάσεις, εμπόδισε τις ΗΠΑ να επιβεβαιώσουν ότι η Ρωσία παρέμεινε σε συμμόρφωση με το όριο των πυρηνικών κεφαλών κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριών ετών.
Η πρόταση Πούτιν που δεν έλαβε απάντηση
Στα τέλη Σεπτεμβρίου 2025, ο Βλαντιμίρ Πούτιν πρότεινε σε δηλώσεις του να τηρούν οι ΗΠΑ και η Ρωσία αμοιβαία τα όρια της New START για ένα χρόνο μετά τη λήξη της συνθήκης τον Φεβρουάριο του 2026. Οι ΗΠΑ από την πλευρά τους δεν έχουν απαντήσει ακόμα στην πρόταση αυτή. Τον Οκτώβριο του 2025, ο Ντόναλντ Tραμπ σχολίασε απλά ότι η πρόταση ακουγόταν «σαν μια καλή ιδέα». Αλλά σε μια συνέντευξη στους New York Times που δημοσιεύθηκε στις 8 Ιανουαρίου 2026, δήλωσε πως «αν η συνθήκη λήξει, έληξε. Θα κάνουμε απλώς μια καλύτερη συμφωνία».
Τι συμβαίνει χωρίς Συνθήκη
Χωρίς τη New START, και οι δύο χώρες είναι νομικά ελεύθερες να αυξήσουν τον αριθμό των πυραύλων και να αναπτύξουν εκατοντάδες επιπλέον πυρηνικές κεφαλές. Οι ειδικοί προειδοποιούν, ωστόσο, ότι τέτοιες επεκτάσεις δεν θα είναι άμεσες. Τεχνικοί, υλικοτεχνικοί και οικονομικοί περιορισμοί σημαίνουν ότι θα χρειαστούν τουλάχιστον πολλοί μήνες, αν όχι χρόνια, για να αυξηθούν σημαντικά τα αναπτυγμένα οπλοστάσια των δύο χωρών.
Η μεγαλύτερη ανησυχία έγκειται στο μακροπρόθεσμο μέλλον. Χωρίς συμφωνημένα όρια ή μηχανισμούς, και οι δύο πλευρές θα μπορούσαν να αισθάνονται υποχρεωμένες να επεκτείνουν συνεχώς τα οπλοστάσιά τους ως απάντηση σε υπαρκτές ή μη απειλές, δημιουργώντας έναν ανεξέλεγκτο και δυνητικά αποσταθεροποιητικό ανταγωνισμό επικίνδυνων εξοπλισμών.
Με πληροφορίες του NTI





























