Λίγους μήνες αφότου ο Ντόναλντ Τραμπ εξέφρασε για πρώτη φορά ενδιαφέρον για την πιθανή απόκτηση του ελέγχου της Γροιλανδίας, μερικοί από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο, ανάμεσά τους οι Τζεφ Μπέζος, Μπιλ Γκέιτς και Μάικλ Μπλούμπεργκ, άρχισαν να κάνουν στρατηγικές επενδύσεις στο πλούσιο σε ορυκτά νησί.
Ο Ρόναλντ Λόντερ, ο κληρονόμος της Estée Lauder πιστώνεται ότι ήταν αυτός που έδωσε στον Τραμπ την ιδέα να αποκτήσει τη Γροιλανδία κατά τη διάρκεια της πρώτης του θητείας, επιβεβαίωσε στο Forbes ο πρώην σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Λευκού Οίκου Τζον Μπόλτον. Ο Λόντερ έχει έκτοτε επενδύσει, σύμφωνα με την εφημερίδα Politiken της Δανίας, σε μια εταιρεία εμφιάλωσης γλυκού νερού της Γροιλανδίας, η οποία είναι συνιδιοκτησίας του Γέργκεν Βέβερ Γιόχανσεν, τοπικού προέδρου του κυβερνώντος κόμματος Σιουμούτ στο Νουούκ και της συζύγου της υπουργού Εξωτερικών της Γροιλανδίας, Βίβιαν Μότζφελντ. Η κίνηαη αυτή εγείρει ήδη ανησυχίες για πολιτικές παρεμβάσεις.
Οι Τζεφ Μπέζος, Μπιλ Γκέιτς και Μάικλ Μπλούμπεργκ, έχουν όλοι επενδύσει από το 2019 στην Kobold Metals, η οποία αναζητά πολύτιμα ορυκτά σπάνιων γαιών που χρησιμοποιούνται σε ηλεκτρονικές συσκευές μέσω εξερεύνησης του νησιού με τεχνητή νοημοσύνη. Στην ίδια εταιρεία επένδυσε το 2022 και ο Σαμ Άλτμαν ο CEO της OpenAI.
Ο Πίτερ Τιλ, κολοσσός των Paypal και Palantir χρηματοδότησε στις αρχές του 2021 την startup Praxis, η οποία στοχεύει στην κατασκευή μιας τεχνολογικά προηγμένης «πόλης ελευθερίας» στο νησί.
Ο Λόντερ έπεισε τον Τραμπ και στη συνέχεια επένδυσε στη Γροιλανδία
Ο Τζον Μπόλτον, πρώην σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Τραμπ κατά τη διάρκεια της πρώτης του θητείας, και πλέον πολιτικός εχθρός του δήλωσε στο Forbes ότι ο Αμερικανός πρόεδρος συζήτησε για πρώτη φορά την αγορά της Γροιλανδίας στα τέλη του 2018, λέγοντας ότι «ένας εξέχων επιχειρηματίας που γνώριζε είχε προτείνει στις ΗΠΑ να αγοράσουν τη Γροιλανδία». Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι αυτός ήταν ο Λόντερ. Ο Λόντερ και ο Τραμπ έχουν μακρά προσωπική ιστορία. Φοίτησαν ταυτόχρονα στο Wharton School of Business και ο Λόντερ υπήρξε μακροχρόνιος χρηματοδότης συντηρητικών υποψηφίων. Πέρυσι τον Μάρτιο έδωσε 5 εκατομμύρια δολάρια στην MAGA Inc., μια υπερ-PAC που υποστηρίζει τον Τραμπ, σύμφωνα με στοιχεία της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εκλογών.
Έκτοτε δεν έχει κρύψει το ενδιαφέρον του για τη Γροιλανδία και τους πόρους της. Σε ένα άρθρο γνώμης που δημοσιεύτηκε στην New York Post τον περασμένο Φεβρουάριο, παρουσίασε πιθανά σενάρια όπου οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να ασκήσουν μεγαλύτερη επιρροή στη Γροιλανδία, εκτός από την αγορά της χώρας, όπως πρόσφατα παρουσίασε ο Λευκός Οίκος, συμπεριλαμβανομένης της σύναψης «μιας νέας τριμερούς συμφωνίας με τη Γροιλανδία και τη Δανία για την επισημοποίηση της συνεργασίας στην Αρκτική».
Σύμφωνα με το Politiken, ο 81χρονος επένδυσε επίσης σε μια τοπική εταιρεία εμφιάλωσης γλυκού νερού και συμμετέχει σε μια προσπάθεια κατασκευής ενός υδροηλεκτρικού σταθμού στη μεγαλύτερη λίμνη της Γροιλανδίας μέσω της Greenland Development Partners, μιας κοινοπραξίας με έδρα το Ντέλαγουερ που κατέχει μερίδιο στην Greenland Investment Group, της οποίας πρόεδρος είναι η πρώην αναπληρώτρια υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζοσέτ Σίραν.
Οι άλλες επενδύσεις των δισεκατομμυριούχων
Οι Μπέζος, Γκέιτς και Μπλούμπεργκ επένδυσαν για πρώτη φορά στην Kobold στις αρχές του 2019, λίγους μήνες αφότου ο Τραμπ άρχισε να εξετάζει την «αγορά» της Γροιλανδίας. Οι επενδύσεις πραγματοποιήθηκαν μέσω της Breakthrough Energy, ενός ταμείου με επικεφαλής τον Γκέιτς, του οποίου ο δηλωμένος στόχος είναι «να επιταχύνει την καινοτομία στην πράσινη ενέργεια και να οικοδομήσει τις βιομηχανίες του μέλλοντος».
Το fund συμμετείχε επίσης στον γύρο επενδύσεων Σειράς C της Kobold τον Δεκέμβριο του 2024, ο οποίος την αποτίμησε σε λίγο λιγότερο από 3 δισεκατομμύρια δολάρια με βάση μια κεφαλαιακή εισφορά 537 εκατομμυρίων δολαρίων, σύμφωνα με ανακοίνωση της ίδιας της εταιρείας. Στη συνέχεια, το 2022, ο Άλτμαν συνέβαλε μέσω του VC fund του, Apollo Projects, συνεισφέροντας στον γύρο Σειράς Β της εταιρείας, ο οποίος είχε συνολικό μέγεθος 192,5 εκατομμύρια δολάρια. Κατάθεση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ (SEC) από την περασμένη εβδομάδα δείχνει ότι η Kobold βρίσκεται στη διαδικασία άντλησης πρόσθετων κεφαλαίων, πράγμα που σημαίνει ότι θα μπορούσε να προσεγγίσει ξανά τους δισεκατομμυριούχους τώρα που η Γροιλανδία βρίσκεται στο προσκήνιο. Κανένας από τους δισεκατομμυριούχους που κατονομάζονται στο άρθρο του Forbes δεν σχολίασε σχετικά.
Ωστόσο, στις αρχές αυτής της εβδομάδας, ο Τραμπ άρχισε να κλιμακώνει τις συζητήσεις για την ανάληψη του ελέγχου του νησιού ως θέμα «εθνικής ασφάλειας», λέγοντας σε δημοσιογράφους στο Air Force One: «Χρειαζόμαστε τη Γροιλανδία». Η άρνηση του συμβούλου του Λευκού Οίκου, Στίβεν Μίλερ, να αποκλείσει το ενδεχόμενο στρατιωτικής επέμβασης κατά τη διάρκεια συνέντευξης με τον Τζέικ Τάπερ του CNN, τροφοδότησε περαιτέρω την ένταση, οδηγώντας τους Ευρωπαίους ηγέτες να εκδώσουν κοινή δήλωση υπέρ της κυριαρχίας των κατοίκων της Γροιλανδίας. Ο Αμερικανός ΥΠΕΞ, Μάρκο Ρούμπιο και ο Πρόεδρος της Βουλής Μάικ Τζόνσον έχουν δηλώσει έκτοτε ότι η στρατιωτική δράση δεν αποτελεί σοβαρή πιθανότητα, ενώ ο Τζόνσον να καθησύχασε τους δημοσιογράφους ότι «αυτό δεν είναι κάτι που μπορεί να συμβεί».
Η στήριξη του Μασκ
Την ίδια ώρα ο Ίλον Μασκ, εν τω μεταξύ, έχει δηλώσει δημόσια ότι στηρίζει την προσάρτηση της Γροιλανδίας από τις ΗΠΑ, γράφοντας στο Χ πέρυσι τον Ιανουάριο: «Αν ο λαός της Γροιλανδίας θέλει να είναι μέρος της Αμερικής, κάτι που ελπίζω να κάνει, θα ήταν ευπρόσδεκτος».
Οι επενδύσεις του Λόντερ είναι απίθανο να έχουν «οποιαδήποτε οικονομική ουσία», σχολίασε ο ειδικός σε θέματα ασφάλειας της Αρκτικής, Μαρκ Γιάκομπσεν, αναπληρωτής καθηγητής στο Βασιλικό Κολλέγιο Άμυνας της Δανίας. «Αυτό που είναι σημαντικό εδώ είναι η στενή σύνδεση με τους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων της Γροιλανδίας. Πρόκειται για στρατηγική και απόκτηση ελέγχου». Τόνισε ακόμα μιλώντας στο Forbes ότι έχει δει αυξημένη αμερικανική παρουσία στη Γροιλανδία τα τελευταία χρόνια, εν μέρει λόγω των νέων απευθείας πτήσεων μεταξύ Νέας Υόρκης και της πρωτεύουσας, Νουούκ. «Υπάρχουν περισσότεροι Αμερικανοί στη Γροιλανδία από ποτέ. Είναι δύσκολο να γνωρίζουμε αν είναι μόνο τουρίστες ή αν έχουν επίσης ενδιαφέρον για «στρατηγικές επενδύσεις».»
Με πληροφορίες του Forbes





























