Με αιχμηρό τόνο αποτυπώνει την κατάσταση στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική κατά της απάτης η Ειδική Έκθεση 26/2025 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, αναδεικνύοντας ότι πίσω από τις «καλοσχεδιασμένες» εντολές των αρμόδιων οργάνων κρύβεται ένα σύστημα που δυσκολεύεται να συνεργαστεί και να ελεγχθεί αποτελεσματικά. Παρότι οι ρόλοι της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, της OLAF, της Eurojust και της Europol είναι σαφώς καθορισμένοι, η ανταλλαγή πληροφοριών παραμένει ανεπαρκής και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εμφανίζεται να λειτουργεί με ελλιπή εικόνα για το τι πραγματικά συμβαίνει με τα χρήματα που χάνονται – και, κυρίως, με εκείνα που θα έπρεπε να επιστρέφουν στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό .
Οι ελεγκτές διαπιστώνουν ότι η ΕΕ διαθέτει μια σύνθετη αλλά θεωρητικά συμπληρωματική δομή για την καταπολέμηση της απάτης. Στην πράξη, όμως, η πολυπλοκότητα αυτή μεταφράζεται σε καθυστερήσεις, διπλές διαδικασίες και χαμένες ευκαιρίες για ουσιαστική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα των ποινικών ερευνών, ενώ η OLAF περιορίζεται σε διοικητικές έρευνες και συστάσεις. Παρ’ όλα αυτά, οι δύο βασικοί αυτοί πυλώνες δεν ανταλλάσσουν επαρκείς πληροφορίες, ακόμη και όταν ερευνούν υποθέσεις με κοινά χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερα επικριτική είναι η έκθεση ως προς το σύστημα καταγγελιών για απάτη, το οποίο χαρακτηρίζεται βαρύ και αναποτελεσματικό. Οι διαφορετικές υποχρεώσεις καταγγελίας μεταξύ κρατών μελών, ευρωπαϊκών οργάνων και λοιπών φορέων οδηγούν συχνά σε διπλοκαταχωρίσεις των ίδιων υποθέσεων. Το αποτέλεσμα είναι αυξημένος διοικητικός φόρτος και σπατάλη πόρων, χωρίς να διασφαλίζεται ότι κάθε καταγγελία θα εξεταστεί από το όργανο που έχει την αρμοδιότητα να κρίνει αν υπάρχει ποινικό ενδιαφέρον. Με άλλα λόγια, το σύστημα παράγει όγκο αλλά όχι κατ’ ανάγκην αποτελεσματικότητα.
Ακόμη πιο ανησυχητική θεωρείται η περιορισμένη ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και OLAF κατά τη διάρκεια των ερευνών. Όπως σημειώνει το Ελεγκτικό Συνέδριο, οι συμπληρωματικές διοικητικές έρευνες της OLAF, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ταχύτερη ανάκτηση κονδυλίων ή σε προληπτικά μέτρα, παραμένουν η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Έτσι, ενώ οι ποινικές διαδικασίες μπορεί να διαρκούν χρόνια, τα διοικητικά εργαλεία που θα μπορούσαν να περιορίσουν άμεσα τη ζημία μένουν αναξιοποίητα.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο προβληματική όταν εξετάζονται τα οικονομικά αποτελέσματα των ερευνών. Η έκθεση καταγράφει ότι τα στοιχεία που τηρούν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και η OLAF δεν είναι συγκρίσιμα, γεγονός που καθιστά σχεδόν αδύνατη την αποτίμηση του συνολικού οικονομικού αντικτύπου της απάτης εις βάρος της ΕΕ. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν διαθέτει πλήρη εποπτεία ούτε για τα ποσά που οφείλονται στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό ούτε για εκείνα που τελικά ανακτώνται, ιδίως όταν πρόκειται για αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών. Με απλά λόγια, κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα πόσα χρήματα χάνονται και πόσα επιστρέφουν.
Οι ελεγκτές δεν κρύβουν τον προβληματισμό τους για τις μεγάλες αποκλίσεις στα επίπεδα καταγγελιών απάτης μεταξύ κρατών μελών. Ορισμένες χώρες, παρά το μεγάλο μερίδιο ευρωπαϊκών κονδυλίων που διαχειρίζονται, καταγγέλλουν ελάχιστες υποθέσεις, χωρίς η Επιτροπή να αναλύει τα αίτια αυτών των διαφορών. Η απουσία συστηματικής ανάλυσης αφήνει ανοιχτό το ερώτημα αν πρόκειται για αποτελεσματική πρόληψη ή για υποδήλωση προβλημάτων.
Στις συστάσεις του, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο καλεί την Επιτροπή να προχωρήσει πέρα από διακηρύξεις και να δημιουργήσει ένα πραγματικά λειτουργικό, διαλειτουργικό σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών, να αναλύσει σοβαρά τις αποκλίσεις στα δεδομένα και να εγκαθιδρύσει μηχανισμούς ουσιαστικής εποπτείας των ανακτήσεων. Διαφορετικά, προειδοποιεί εμμέσως, η ευρωπαϊκή πολιτική κατά της απάτης κινδυνεύει να παραμείνει ένα καλοδομημένο σχήμα στα χαρτιά, με περιορισμένη αποτελεσματικότητα εκεί όπου πραγματικά μετρά: στην προστασία των χρημάτων των Ευρωπαίων πολιτών.



























