Μετά από έναν μήνα εφαρμογής του νέου ευρωπαϊκού Συμφώνου Μετανάστευσης κι ενώ υπάρχουν πολυάριθμες καταγγελίες για άτυπη αναστολή της καταγραφής αιτημάτων ασύλου στην χώρα, η Κομισιόν υποστηρίζει πως «η Ελλάδα έχει αρχίσει να διορθώνει τις πρακτικές του παρελθόντος», επιδεικνύοντας ετοιμότητα για την αποτελεσματική εφαρμογή των νέων κανόνων κατανομής ευθύνης.
Η διάσταση μεταξύ του αφηγήματος της Κομισιόν και της πραγματικότητας που καταγράφεται στο πεδίο είναι σοκαριστική, δημιουργώντας εύλογα ερωτήματα για τις επιδιώξεις των Βρυξελλών.
Οργανώσεις επισημαίνουν πως τουλάχιστον για έναν μήνα δεν έγινε δεκτό κανένα νέο αίτημα ασύλου, με αποτέλεσμα να παραμένουν σε καθεστώς de facto κράτησης οι νεοεισερχόμενοι, ενώ για «διοικητικό χάος, παράλυση των διαδικασιών και ακόμη μεγαλύτερη πίεση στα κέντρα πρώτης υποδοχής» έκανε λόγο πριν μερικές ημέρες και η Ζαχαρούλα Τσιριγώτη.
Παρουσιάζοντας δύο χαρακτηριστικές υποθέσεις που εκπροσωπεί, η οργάνωση RSA (Υποστήριξη Προσφύγων στο Αιγαίο) αποδεικνύει πως ανθρωποι που φτάνουν στην χώρα από τις 12 Ιουνίου δεν καταγράφονται αλλά παραμένουν κρατούμενοι, στερούμενοι βασικά δικαιώματά τους. Άλλοι συλλαμβάνονται αυθαίρετα και διώκονται ποινικά.
Μητέρα με δύο μικρά παιδιά ζήτησε να καταγραφεί και την συνέλαβαν
Μητέρα δύο ανήλικων παιδιών (6 και 8 ετών) έφτασε στην Αττική επιδιώκοντας να υποβάλει αίτημα ασύλου και να επανενωθεί με τον σύζυγό της και πατέρα των παιδιών, ο οποίος διαμένει σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.
Στις 6 Ιουλίου 2026, η οικογένεια επιχειρεί να κλείσει ραντεβού για καταγραφή στο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης (ΚΥΤ) Μαλακάσας μέσω της σχετικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας. Αυτό στάθηκε αδύνατο, καθώς η πλατφόρμα τελούσε εκτός λειτουργίας ήδη από τις 12 Ιουνίου. Την επομένη, η οικογένεια εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στο ΚΥΤ Μαλακάσας ζητώντας διεθνή προστασία. Αντί όμως να εκκινηθούν οι προβλεπόμενες διαδικασίες, το ΚΥΤ τους απαγόρευσε την είσοδο και κάλεσε την Αστυνομία.
Παρά την ιδιότητά τους ως αιτούντες άσυλο και ενώ βρίσκονταν ενώπιον των αρμόδιων αρχών υποδοχής, η γυναίκα και τα δύο ανήλικα παιδιά της συνελήφθησαν παρουσία των υπαλλήλων του ΚΥΤ. Στη συνέχεια, κρατήθηκαν υπό απάνθρωπες συνθήκες σε αστυνομικό τμήμα - με το ένα παιδί να μεταφέρεται στο κρατητήριο απευθείας από το νοσοκομείο λόγω ασθένειας - και παραπέμφθηκαν στον Εισαγγελέα με την κατηγορία της «παράνομης παραμονής» (αδίκημα που από τον Σεπτέμβριο του 2025 τιμωρείται με διετή φυλάκιση χωρίς αναστολή).
Ακολούθως, η οικογένεια μεταφέρθηκε στο ΠΡΟΚΕΚΑ Αμυγδαλέζας και εκδόθηκε σε βάρος τους απόφαση απελάσεως, κατά παράβαση της νομοθεσίας για το άσυλο και παρά τις συνεχείς παρεμβάσεις της RSA προς τις εμπλεκόμενες αρχές.
Για την υπόθεση υποβλήθηκε αναφορά στην Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης (ΥπΥΤ) και στον Συνήγορο του Πολίτη, καθώς και προσφυγή κατά της απόφασης επιστροφής. Δύο ημέρες μετά την κατάθεση της προσφυγής, η Αστυνομία μεταέφερε τελικά την οικογένεια στο ΚΥΤ Μαλακάσας για την υπαγωγή της στις δέουσες διαδικασίες.
Παράνομη και αυθαίρετη κράτηση εγκύου και του συντρόφου της στην ΚΕΔ Λέσβου
Γυναίκα σε προχωρημένη κύηση έφτασε στη Λέσβο στις 12 Ιουνίου 2026 συνοδευόμενη από τον σύντροφό της. Αμέσως μετά την άφιξή τους, μεταφέρθηκαν από τις αρμόδιες αρχές στην Κλειστή Ελεγχόμενη Δομή (ΚΕΔ) Λέσβου, προκειμένου να υπαχθούν στις προβλεπόμενες διαδικασίες υποδοχής, ταυτοποίησης και ασύλου.
Ωστόσο, το ζευγάρι παρέμεινε υπό καθεστώς de facto κράτησης και πλήρους απομόνωσης για σχεδόν έναν μήνα, χωρίς να καταγραφεί το αίτημά τους, χωρίς να τους χορηγηθεί κανένα νομιμοποιητικό έγγραφο και χωρίς καμία ενημέρωση για το νομικό τους καθεστώς. Παρά τις έγγραφες οχλήσεις της RSA προς την Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης (ΥπΥΤ) για την άμεση άρση της κράτησης και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων τους - ιδίως λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση εγκυμοσύνης της γυναίκας - η διοίκηση δεν απάντησε.
Στις 9 Ιουλίου 2026, η RSA προσέφυγε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Μυτιλήνης καταθέτοντας αντιρρήσεις κατά της αυθαίρετης κράτησής τους. Μόλις μία ημέρα μετά την κοινοποίηση των νομικών ενεργειών στη Διοίκηση της δομής - και πριν την έκδοση της δικαστικής απόφασης - οι αρχές προχώρησαν εσπευσμένα στην καταγραφή της οικογένειας και στη χορήγηση δελτίων αιτούντων άσυλο.
Οι fast-track διαδικασίες που έγιναν κράτηση επ'αόριστον
Σε αντίθεση με όσα συμβαίνουν αυτή τη στιμή στην χώρα, το νέο σύμφωνο μετανάστευσης προβλέπει κανονικά ταχεία εξέταση των νεοεισερχόμενων σε εγκαταστάσεις κοντά στα σύνορα.
Ο εφαρμοστικός νόμος, που ψηφίστηκε στη Βουλή την παραμονή της έναρξης της ισχύος του, προβλέπει δύο κατηγορίες αφίξεων: μια fast-track συνοριακή διαδικασία για όσους δεν διαθέτουν «προσφυγικό προφίλ» (θα πρέπει να ολοκληρώνεται μέσα σε 7 μόλις μέρες) και την κανονική διαδικασία εξέτασης και ένταξης (με διάρκεια έως 12 εβδομάδες), η οποία ωστόσο θα επιτρέπεται πλέον σε πολύ λιγότερους.
Θεωρητικά η κράτηση κατά τη συνοριακή διαδικασία επιτρέπεται αλλά μόνον ως έσχατη λύση, βάσει ατομικής αξιολόγησης. Στην πράξη βεβαία η Ελλάδα διατηρεί κλειστές δομές στα σύνορα, όπου οι αιτούντες παραμένουν έως ότου ολοκληρωθούν οι διαδικασίες.
Μονόδρομος ο υπερκορεσμός των κέντρων πρώτης υποδοχής
Ο πρώτος μήνας εφαρμογής του νέου πλαισίου μαρτυρά πως ο υπερκορεσμός των κέντρων πρώτης υποδοχής και η παραβίαση των δικαιωμάτων προσφύγων και μεταναστών αποτελούν μονόδρομο. Η κυβέρνηση άλλωστε έχει ξεκαθαρίσει σε όλους τους τόνους πως θα χρησιμοποιήσει την πιο σκληρή γραμμή που της «επιτρέπει» το ευρωπαϊκό πλαίσιο για να κρατήσει μακριά πρόσφυγους και μετανάστες.
Την ίδια ώρα, όπως αποτυπώνεται και στην αξιολόγηση της Κομισιόν, η Ελλάδα έχει εγκαταλείψει την προηγούμενη πρακτική να μην αποδέχεται την ευθύνη εξέτασης αιτήσεων ασύλου στις περιπτώσεις όπου αυτή της αναλογεί και δεν έχει απορρίψει κανένα αίτημα κράτους-μέλους.
Αυτό σημαίνει πως η χώρα - που έχει παγώσει τα νέα αιτήματα ασύλου - δηλώνει πανέτοιμη να διαχειριστεί ακόμη και επιστροφές από τα υπόλοιπα κράτης της Ένωσης.
Η Κομισιόν άλλωστε δεν διαπιστώνει συστημικές ελλείψεις στο σύστημα ασύλου και υποδοχής που να συνεπάγονται κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης. Ως εκ τούτου, οι μεταφορές αιτούντων άσυλο προς την Ελλάδα στο πλαίσιο του Κανονισμού του Δουβλίνου θα πρέπει να πραγματοποιούνται κανονικά.

































