Η φετινή κοινωνική έρευνα του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ, σε συνεργασία με την Prorata, σκιαγραφεί μια κοινωνία υπό παρατεταμένη οικονομική πίεση. Η έρευνα αποτυπώνει τις συνθήκες και την ποιότητα ζωής στην Ελλάδα και επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο την τελευταία τριετία, γεγονός που επιτρέπει τη διαχρονική παρακολούθηση των τάσεων. Η οικονομική ανασφάλεια αναδεικνύεται στον κεντρικό άξονα γύρω από τον οποίο οργανώνονται οι στάσεις και οι εμπειρίες των πολιτών. Η εικόνα, ωστόσο, δεν παραπέμπει σε ομοιόμορφη επιδείνωση σε σχέση με το παρελθόν: οι εντονότερες πιέσεις εντοπίζονται στο κόστος ζωής και στην εμπιστοσύνη προς τους πολιτικούς θεσμούς και τη δικαιοσύνη, ενώ η αποτίμηση των θεσμών κοινωνικής προστασίας και η πίστη στη συλλογική δράση εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα.
Ζώντας από μήνα σε μήνα
Η οικονομική πίεση αποτυπώνεται έντονα στα ευρήματα. Την ακρίβεια αναδεικνύει ως το σημαντικότερο πρόβλημα της χώρας το 69% των ερωτώμενων, ενώ το 64% δηλώνει ότι ζει «από μήνα σε μήνα». Παράλληλα, το 88% αξιολογεί ως υψηλό το ενεργειακό κόστος, το 69% θεωρεί δυσβάστακτο το ενοίκιο ή τη δόση του στεγαστικού δανείου και το 66% αναφέρει ότι η οικονομική αβεβαιότητα επηρεάζει αρνητικά την ψυχική του υγεία. Η εικόνα διαφοροποιείται ως προς την εργασιακή ασφάλεια. Ο φόβος απώλειας της εργασίας παραμένει περιορισμένος, στο 20%, ενώ ένας στους δύο δηλώνει ότι θα μπορούσε να καλύψει έκτακτη δαπάνη 300 ευρώ χωρίς να καταφύγει σε δανεισμό. Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι η ανασφάλεια συνδέεται πρωτίστως με τη διαρκή επιβάρυνση του κόστους ζωής και λιγότερο με τον κίνδυνο ανεργίας. Τα επίσημα στοιχεία της Eurostat για το 2024 συγκλίνουν: το ποσοστό υπερβολικού στεγαστικού κόστους στην Ελλάδα ήταν 28,9%, το υψηλότερο στην ΕΕ, το 43% των κατοίκων είχε ληξιπρόθεσμες οφειλές σε δάνειο, ενοίκιο ή λογαριασμούς, και το 19% δήλωσε αδυναμία επαρκούς θέρμανσης της κατοικίας.
Διακοπές; Όχι για όλους
Οι οικονομικοί περιορισμοί επηρεάζουν άμεσα τη δυνατότητα αναψυχής και διακοπών. Το 63% των ερωτηθέντων δεν έχει προγραμματίσει διακοπές, ενώ το 62% δηλώνει ότι δεν διαθέτει την οικονομική δυνατότητα για την ψυχαγωγία που επιθυμεί. Ως προς τη διαμονή, καταγράφεται στροφή προς το ιδιόκτητο ή φιλικό εξοχικό, το οποίο επιλέγει το 38%, έναντι 32% που προσανατολίζεται σε ξενοδοχειακό κατάλυμα, ενώ η βραχυχρόνια μίσθωση συγκεντρώνει την προτίμηση του 19% των ερωτηθέντων. Η εικόνα αυτή συγκλίνει με την έρευνα καταναλωτών του ΙΕΛΚΑ (Μάιος 2026, δείγμα 700 ατόμων): το 50% του δείγματος δεν σχεδιάζει διακοπές το καλοκαίρι του 2026, ενώ όσες και όσοι ταξιδέψουν στρέφονται σε οικονομικότερες μορφές διαμονής, με τα ξενοδοχεία να συγκεντρώνουν μόλις 14% και το 45% να δηλώνει ότι θα περιορίσει τις δαπάνες του.
Η αποχή από τις διακοπές συνδέεται με οικονομικούς παράγοντες: η οικονομική αδυναμία αναφέρεται ως λόγος από το 60%, ενώ το 48% αποδίδει την απόφασή του στις αυξημένες τιμές μεταφορών, καταλυμάτων και εστίασης. Ενδεικτικό της απόστασης ανάμεσα στη δημόσια εικόνα και την καθημερινή εμπειρία είναι ότι το 74% δηλώνει ότι η καθημερινότητά του συνοδεύεται από αίσθημα μιζέριας, παρότι η Ελλάδα προβάλλεται από την κυβέρνηση ως χώρα με υψηλή ποιότητα ζωής. Η Eurostat επιβεβαιώνει το υπόβαθρο: το 2024 το 46% των Ελλήνων 16 ετών και άνω δεν μπορούσε να καλύψει μία εβδομάδα διακοπών, δεύτερο χειρότερο ποσοστό στην ΕΕ, με μέσο όρο 27%.
Μια γενιά με τη βαλίτσα στο χέρι
Η οικονομική ανασφάλεια επηρεάζει καθοριστικά και τις προσδοκίες των νεότερων ηλικιακών ομάδων. Το 48% των ατόμων 17 έως 34 ετών δηλώνει ότι έχει σκεφτεί σοβαρά το ενδεχόμενο μετανάστευσης μέσα στην επόμενη πενταετία, ποσοστό που ανέρχεται στο 49% μεταξύ των ανέργων. Παράλληλα, πολύ μεγάλο ποσοστό των νέων, που αγγίζει το 43%, αναφέρει ότι έχει αναβάλει την απόκτηση παιδιού για οικονομικούς λόγους.
Απαισιόδοξοι για τη χώρα, καχύποπτοι για τους θεσμούς
Η απαισιοδοξία για την πορεία της οικονομίας παραμένει κυρίαρχη μεταξύ των ερωτώμενων. Το 62% αναμένει επιδείνωση της οικονομίας, ενώ μόλις το 11% εκτιμά ότι θα υπάρξει βελτίωση. Το κλίμα περιορισμένων προσδοκιών δεν οδηγεί, ωστόσο, σε αρνητική αποτίμηση της ζωής: η ικανοποίηση που αντλούν οι ερωτώμενοι και οι ερωτώμενες από τη ζωή τους συγκεντρώνεται στο μέσο εύρος, με το 64% στις μεσαίες τιμές και το 23% στις υψηλές. Η γενικότερη εικόνα ικανοποίησης επιβεβαιώνεται από την Eurostat: το 2024 η ικανοποίηση από τη ζωή στην Ελλάδα ήταν 6,7 στα 10, από τις χαμηλότερες στην ΕΕ, με μέσο όρο 7,2.Πιο σύνθετη είναι η εικόνα όσον αφορά την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Το 73% θεωρεί ότι στην υπόθεση των Τεμπών υπήρξε προσπάθεια κυβερνητικής συγκάλυψης, με εξαιρετικά έντονη διαφοροποίηση ανάλογα με την κομματική τοποθέτηση: η αντίληψη αυτή περιορίζεται στο 8% μεταξύ των ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας, ενώ προσεγγίζει την καθολική αποδοχή μεταξύ των ψηφοφόρων της αντιπολίτευσης.
Παρά τη γενικευμένη επιφύλαξη, η δυσαρέσκεια από τη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών δεν μεταφράζεται σε πλήρη απώλεια εμπιστοσύνης. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας: παρά τις αρνητικές αξιολογήσεις, η εμπιστοσύνη στο δημόσιο σύστημα υγείας διατηρεί οριακά θετικό ισοζύγιο, με 53% θετικές έναντι 42% αρνητικών τοποθετήσεων. Οι πολίτες φαίνεται να διακρίνουν ανάμεσα στην κριτική του τρόπου λειτουργίας ενός θεσμού και στη συνολικότερη αναγνώριση της κοινωνικής του σημασίας.
Μαζί στα λόγια, μόνοι στο άγχος
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται τη σχέση ανάμεσα στην ατομική εμπειρία και τη συλλογική δυνατότητα αλλαγής. Το 73% εκτιμά ότι η συλλογική δράση μπορεί να επηρεάσει τις εξελίξεις, ενώ το 65% απορρίπτει την άποψη ότι η οικονομική δυσκολία αποτελεί αποκλειστικά αποτέλεσμα ατομικών επιλογών. Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι, παρά την ανασφάλεια, παραμένει ισχυρή η πεποίθηση ότι τα προβλήματα έχουν κοινωνικές και θεσμικές ρίζες.
Την ίδια στιγμή, αναδεικνύεται η εξής αντίφαση: παρότι η οικονομική δυσκολία δεν ερμηνεύεται με όρους ατομικής ευθύνης, το 48% βιώνει το άγχος ως προσωπικό ζήτημα. Το ποσοστό αυξάνεται στο 53% μεταξύ των ανδρών και των νεότερων ηλικιακών ομάδων, στοιχείο που δείχνει ότι οι πιέσεις αναγνωρίζονται ως συλλογικές ως προς τα αίτιά τους, αλλά βιώνονται ατομικά ως προς τις ψυχολογικές τους συνέπειες.
Τα ευρήματα αποτελούν μία από τις πρωτότυπες συμβολές της έρευνας, καθώς συνδέουν την πίστη στη συλλογική δράση με τις αντιλήψεις περί ατομικής ευθύνης και τον τρόπο βίωσης του άγχους. Η μεγάλη εικόνα ακρίβεια, η επισφάλεια και το υψηλό κόστος στέγασης και ενέργειας διαπερνούν την καθημερινότητα, περιορίζοντας τη δυνατότητα αποταμίευσης, αλλά και την πρόσβαση στην ψυχαγωγία και τις διακοπές. Η πίεση που νιώθουν οι ερωτώμενοι αντανακλάται στην απαισιοδοξία για την πορεία της χώρας, στη διάθεση μετανάστευσης των νεότερων και στην αναβολή αποφάσεων ζωής, όπως η απόκτηση παιδιού. Η εικόνα, ωστόσο, δεν είναι μονοσήμαντη. Η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν μετατρέπεται σε πλήρη απαξίωση των θεσμών, ενώ η εμπιστοσύνη σε θεσμούς κοινωνικής προστασίας, όπως το Εθνικό Σύστημα Υγείας, διατηρείται οριακά θετική. Κυρίως, παραμένει ισχυρή η πεποίθηση ότι η συλλογική δράση μπορεί να επιφέρει αλλαγές, ενώ απορρίπτεται η αντίληψη ότι η οικονομική δυσκολία αποτελεί αποκλειστικά ατομική ευθύνη.
Σε αυτή τη συνύπαρξη εντοπίζεται η ένταση που αναδεικνύει η έρευνα: οι πολίτες εξακολουθούν να πιστεύουν στη συλλογική δυνατότητα αλλαγής, αλλά βιώνουν την ανασφάλεια και το άγχος ως προσωπικό βάρος. Παράλληλα, η καχυποψία απέναντι στη δικαιοσύνη, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την υπόθεση των Τεμπών, αποκαλύπτει βαθιές πολιτικές και κοινωνικές διαιρέσεις. Η κοινωνία που αναδύεται είναι πιεσμένη και δύσπιστη, αλλά όχι αδρανής, ούτε παραιτημένη.
Όλη η έρευνα σε διαφάνειες
* Ανάλυση ευρημάτων έρευνας: Αγγελική Μητροπούλου, Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αιγαίου, Επιστημονική συνεργάτιδα Ινστιτούτου ΕΝΑ





























