Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκονται οι έρευνες της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας για τον εντοπισμό των δραστών των συντονισμένων εμπρηστικών επιθέσεων που σημειώθηκαν στη Θεσσαλονίκη, με τις Αρχές να επικεντρώνουν πλέον τις προσπάθειές τους στην αξιοποίηση κάθε διαθέσιμου στοιχείου που θα μπορούσε να οδηγήσει στην ταυτοποίησή τους.
Καθοριστικό ρόλο στην έρευνα αναμένεται να διαδραματίσουν τα αποτελέσματα από τα εγκληματολογικά εργαστήρια της Ελληνικής Αστυνομίας. Οι ειδικοί εξετάζουν εξονυχιστικά τα υπολείμματα των αυτοσχέδιων εμπρηστικών μηχανισμών, αναζητώντας γενετικό υλικό (DNA) και αποτυπώματα σε αντικείμενα όπως πλαστικά δοχεία, γκαζάκια και τμήματα μονωτικής ταινίας που περισυνελέγησαν από τα σημεία των επιθέσεων.
Παράλληλα, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στο βιντεοληπτικό υλικό από κάμερες ασφαλείας, καθώς οι αστυνομικοί επιχειρούν να χαρτογραφήσουν με ακρίβεια τις διαδρομές που ακολούθησαν οι δράστες πριν και μετά τις επιθέσεις. Οι εικόνες εξετάζονται καρέ-καρέ, σε συνδυασμό με μαρτυρίες και άλλα αποδεικτικά στοιχεία, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν οι εμπλεκόμενοι είχαν οργανωμένη υποστήριξη ή συνεργούς που δεν εμφανίστηκαν στα σημεία των επιθέσεων.
Σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής εκτιμήσεις των Αρχών, οι δράστες ήταν τουλάχιστον τρεις, ενώ εξετάζεται σοβαρά το ενδεχόμενο να υπήρχε και τέταρτο άτομο με υποστηρικτικό ρόλο, είτε στην προετοιμασία είτε στη διαφυγή της ομάδας. Το σενάριο αυτό ενισχύεται από τα έως τώρα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί κατά την προανάκριση.
{https://exchange.glomex.com/video/v-djqjq2pixho9?integrationId=40599y14juihe6ly}
Οι αστυνομικοί θεωρούν ότι οι εργαστηριακές αναλύσεις και η επεξεργασία του οπτικού υλικού αποτελούν τους τρεις βασικούς πυλώνες της έρευνας, μαζί με τις καταθέσεις μαρτύρων. Στόχος είναι να προκύψουν αδιάσειστα στοιχεία που θα οδηγήσουν όχι μόνο στους φυσικούς αυτουργούς, αλλά και σε όσους ενδεχομένως συμμετείχαν στον σχεδιασμό ή την υποστήριξη των εμπρηστικών ενεργειών.
































