Πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις από τον Πληροφοριοδότη στο Dnews, νωρίς το πρωί της Δευτέρας πως η κυβέρνηση θέλει να «κλείσει» μέχρι το Φθινόπωρο το θέμα των υποκλοπών, η επιβεβαίωση ήρθε από τα πλέον επίσημα χείλη του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα ο οποίος ανέλαβε να φέρει εις πέρας το έργο του οριστικού κλεισίματος της υπόθεσης.
Δύο ακριβώς μήνες μετά την «ιστορική» απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου με την οποία «όρθωσε» το ανάστημά του, δείχνοντας τα «γκρίζα» σημεία τα οποία συνιστούν, κατά την κρίση του, ενδεχόμενες αξιόποινες πράξεις που θα πρέπει να καταλογιστούν, ο κ. Τζαβέλλας πήρε πάνω του την απόφαση να τα πετάξει στον ….Καιάδα! Με την πράξη του η οποία αποτελεί για τους νομικούς «θεσμική εκτροπή», όχι μόνο απαξίωσε την κρίση του δικαστηρίου αλλά αποφάνθηκε πως δεν είναι αξοποιήσιμα ποινικά. Σε κάποιες περιπτώσεις δε έκρινε πως χρήζουν επιβεβαίωσης ενώ σε άλλες προχώρησε στην έκδοση απαλλακτικής απόφασης, όπως πχ για το θέμα της προπληρωμένης κάρτας του γνωστού ως κρεοπώλη, που χρησιμοποιήθηκε για να μολυνθεί το κινητό του προέδρου του ΠΑΣΟΚ Νίκου Ανδρουλάκης, αναφέροντας επί λέξει: «εξακολουθεί να παραμένει, αδύνατη, η ταυτοποίηση του προσώπου του παραμένοντος αγνώστου, κατόχου και χρήστη της ανωτέρω προπληρωμένης κάρτας»
Η αρχειοθέτηση της υπόθεσης αυτή τη φορά, διά χειρός του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, λίγο πριν εκπνεύσει η θητεία του στη θέση αυτή, ήρθε μάλιστα, αφού κράτησε για περίπου ένα μήνα την καθαρογραμμένη απόφαση του δικαστηρίου για να τη μελετήσει, ενώ είχαν αρχίσει ήδη να παραγράφονται κάποιες από τις αξιόποινες πράξεις. Τον κίνδυνο της παραγραφής είχε επισημάνει άλλωστε και ο Δικηγορικός Σύλλογος της Αθήνας με ανακοίνωση που εξέδωσε την περασμένη Παρασκευή, στην οποία ανέφερε συγκεκριμένα:
α) οι περισσότερες μερικότερες πράξεις (αποστολές μολυσμένων μηνυμάτων), σύμφωνα με την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, έχουν λάβει χώρα κατά το πρώτο εξάμηνο του 2021 και ολοκληρώθηκαν όλες ως τον Νοέμβριο του ίδιου έτους,
β) αν και έχει συμπληρωθεί ένας μήνας από την καθαρογραφή και αποστολή της απόφασης στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, η τελευταία δεν έχει προβεί σε καμία από τις απαραίτητες δικονομικά ενέργειες για την διακοπή της πενταετούς παραγραφής,
γ) σε ό,τι αφορά τις αξιόποινες πράξεις σε βαθμό πλημμελήματος, τις οποίες διερεύνησε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, η ενδελεχής μέχρι σήμερα διερεύνησή τους κατά την προδικασία και την κύρια διαδικασία προδήλως επιτρέπει (ή επιβάλλει) την άμεση κίνηση ποινικής δίωξης χωρίς να απαιτείται κατά τα άρθρα 38 και 43 ΚΠΔ διεξαγωγή και νέας προκαταρκτικής εξέτασης, ειδικά ενόψει της απειλούμενης παραγραφής,
δ) η διαβίβαση της δικογραφίας εν συνόλω από τον αρμόδιο για την άσκηση δίωξης Εισαγγελέα Πρωτοδικών προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 7.4.2026, όχι απλά για την πράξη της κατασκοπίας, αλλά ακόμα και για τις λοιπές αξιόποινες πράξεις που έχουν ήδη διερευνηθεί από το Πλημμελειοδικείο, δεν είναι δικονομικά πρόσφορη και προκαλεί σημαντική καθυστέρηση, και
ε) ενόσω η δικογραφία βρίσκεται εις χείρας του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου χωρίς καν να έχει χρεωθεί μέχρι τις προηγούμενες ημέρες προς επεξεργασία σε Αντεισαγγελέα, παραγράφονται καθημερινά εις χείρας του σωρεία μερικότερων αξιόποινων πράξεων – αποστολών μολυσμένων μηνυμάτων σε υπουργούς, βουλευτές, στρατιωτικούς, εισαγγελικούς λειτουργούς, δημοσιογράφους, δικηγόρους και άλλους, οι οποίες περιγράφονται ενδελεχώς στην εκδοθείσα απόφαση.»
Αφού λοιπόν κράτησε στο συρτάρι του επί ένα μήνα ο κ. Τζαβέλλας το φάκελο της υπόθεσης, οδηγώντας σε παραγραφή κάποιες από τις περιγραφόμενες πράξεις, στο τέλος αποφάνθηκε πως ο ίδιος μπορεί να τις θέσει οριστικά στο αρχείο, επιχειρώντας με αυτό τον τρόπο να γράψει και τους τίτλους τέλους σε μία υπόθεση που δεν είναι μόνο δικαστική αλλά αγγίζει τον πυρήνα της Δημοκρατίας στη χώρα μας.

































